Το λαογραφικό μουσείο Γοργόπης

Εκθέματα της λαογραφική έκθεσης Γοργόπης. Φωτογραφία: Ιστοσελίδα Πολιτιστικού Συλλόγου Γοργόπης "Η Γόρτυνα".


Η Λαογραφική Έκθεση στη Γοργόπη του Κιλκίς ξεκίνησε τη λειτουργία της το 2002. Ήταν αποτέλεσμα συνεργασίας του Δήμου Αξιούπολης με τον Πολιτιστικό Σύλλογο «Νέοι Παίονες» και τα αντικείμενα συγκεντρώθηκαν με προσπάθεια και δωρεές των κατοίκων της περιοχής. Σκοπός του Μουσείου είναι η διαφύλαξη και η ανάδειξη των λαογραφικών στοιχείων της Γοργόπης, μέσα από τον θησαυρό μνήμης που διατηρεί.



Εκθέματα της λαογραφικής έκθεσης Γοργόπης. 
Πηγή: ιστοσελίδα https://museumfinder.gr/


Το Μουσείο παρουσιάζει τη ζωή των κατοίκων κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά από τα αντικείμενα που έφεραν οι πρόσφυγες από τον Πόντο, τη Θράκη και τη Μικρά Ασία. Ο επισκέπτης αναλογίζεται και αντιλαμβάνεται την καθημερινότητα των ανθρώπων του τόπου μέσα από αντικείμενα οικιακής χρήσης, παραδοσιακών ασχολιών και εργασιών, μικροέπιπλα, χαλιά, το πανέμορφο κάρο, τον αργαλειό, υφάσματα, πλεκτά, φορεσιές και όλα εκείνα τα στοιχεία που τον ταξιδεύουν στον χρόνο, στις ζωές των προηγούμενων γενιών που οι μεγαλύτεροι θα αναγνωρίσουν ως κομμάτι της δικής τους παιδικής ηλικίας.

Πηγή: Ιστοσελίδα Λαογραφικό Visit Central Macedonia https://share.google/EROWUfPLXOAGACc6n


Για να επισκεφτείτε το Λαογραφικό Μουσείο της Γοργόπης:
Επικοινωνία
Τηλ.: 23430 - 31656
e-mail: sillogosgortina@gmail.com
 

Εκθέματα της λαογραφική έκθεσης Γοργόπης. Φωτογραφία: Ιστοσελίδα Πολιτιστικού Συλλόγου Γοργόπης "Η Γόρτυνα".



Εκθέματα της λαογραφική έκθεσης Γοργόπης. Φωτογραφία: Ιστοσελίδα Πολιτιστικού Συλλόγου Γοργόπης "Η Γόρτυνα".




Εκθέματα της λαογραφική έκθεσης Γοργόπης. Φωτογραφία: Ιστοσελίδα Πολιτιστικού Συλλόγου Γοργόπης "Η Γόρτυνα".

Ιστορικά στιγμιότυπα: Δεκέμβριος 1943 - Αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. διοργανώνουν ομιλία στα Πλάγια Παιονίας

Στο βιβλίο «Το 30ο σύνταγμα του Ε.Λ.Α.Σ.» ο Θανάσης Μητσόπουλος, πολιτικός καθοδηγητής του συντάγματος διηγείται την επίσκεψή του στα Πλάγια στα τέλη του 1943: «...Την τρίτη βραδιά φθάσαμε στο Χαμηλό. Μιλήσαμε σε μια μικρή συγκέντρωση, άλλωστε και το χωριό ήταν μικρό και τραβήξαμε για το χωριό Πλαγιά. Οι κάτοικοί του πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Αρκετά μεγάλο το χωριό, πάνω από διακόσια σπίτια. Φτάσαμε κατά τις οχτώμιση με εννιά το βράδυ. Μας οδηγούν στο σχολείο, όπου μας περίμεναν οι χωρικοί. Το σχολείο έλαμπε φωταγωγημένο. Μπαίνουμε στην αυλή. Η πόρτα ανοιχτή και μέσα στην αίθουσα κόσμος πολύς. Ο υπεύθυνος του ΕΑΜ ανοίγει δρόμο. Μπαίνουμε στην αίθουσα. Θυελλώδη χειροκροτήματα μας υποδέχονται, επευφημίες για το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Ορμούν να μας χαιρετίσουν με χειραψία. Οι κοπέλες, με χάρη και λέγοντας όμορφα λόγια, μοίραζαν σ’ όλους τους αντάρτες από ένα κεντημένο μαντηλάκι για ενθύμιο. Και μέσα σε χειροκροτήματα και επευφημίες αρχίζω την ομιλία μου. Μιλάω για τον ΕΑΜ και τους σκοπούς του. Για την αποστολή του ΕΛΑΣ. Ενθουσιασμός μεγάλος. Έξαρση πατριωτική, χαρά. 

Σε μια στιγμή ο κομματικός υπεύθυνος του χωριού μού ψιθυρίζει πως μπορώ να μιλήσω και για το Κόμμα ότι όλοι συμπαθούν πολύ το Κόμμα. 
Ενθουσιασμένος και γω από τις θερμές εκδηλώσεις για το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ κάνω κορώνα γεμάτη έξαρση για το ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Τα εμπνευσμένα λόγια μου για το Κόμμα αντίθετα απ’ ότι περίμενα τα υποδέχθηκε μια απροσδόκητη σαστισμάρα, ένα ακαριαίο μούδιασμα, ένα αυτόματο κούμπωμα του κόσμου. Τα χειροκροτήματα πολύ λίγα σχετικά με τα άλλα, τα προηγούμενα χειροκροτήματα. Δαγκώθηκα. Μου μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά, μα το πράγμα είχε γίνει. Οι ακροατές όχι μόνο δεν συμπαθούσαν όλοι το Κόμμα, μα αντίθετα ήταν ποτισμένοι με πολύ προκατάληψη εναντίον του. Δεν τους παραξένεψε το ότι και το ΚΚΕ παίρνει μέρος στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Τους έκανε να κλωτσίσουν κείνο που είπα ότι το ΚΚΕ καθοδηγεί και είναι επικεφαλής του αγώνα. Αυτό τους ζεμάτισε. Βέβαια όχι όλους. Γιατί ανάμεσά τους υπήρχαν πολλοί με ξεκαθαρισμένη και συνειδητοποιημένη συμπάθεια προς το ΚΚΕ. Εννοώ τους ανθρώπους εκείνους που μπήκαν στον αγώνα από πατριωτισμό, χωρίς να ξέρουν τον ιδιαίτερο ρόλο του ΚΚΕ. Μα οι κομμουνιστές, δαγκώθηκαν γιατί καταλάβαιναν τι συνέπειες θα είχαν αυτά που είπα».

Η Παιονία στην ποίηση (μικρή ανθολογία)


Επιμέλεια: Θεόδωρος Π. Μποράκης

Σεπτέμβριος 2025

Η Παιονία στην ποίηση
Πτυχές της ζωής, της ιστορίας και της φύσης της Παιονίας αποτυπώθηκαν στα ποιήματα παλιών και νέων ποιητών.
Στη μικρή αυτή ανθολογία καταγράφηκαν, ως πηγές έμπνευσης των δημιουργών: ο Αξιός ποταμός, το όρος Πάικο, η Γουμένισσα, το Σκρα, τα Μεγάλα Λιβάδια, τα "Στενά της Τσιγγάνας" κλπ.
Διαβάστε παρακάτω ενδεικτικά 19 ποιήματα γραμμένα για τον τόπο μας από τους ποιητές: Γιώργο Αθάνα, A. Aric, Ντίνο Χριστιανόπουλο, Γεώργιο Βαφόπουλο, Θοδωρή Βοριά, Σάκη Αθανασιάδη, Χρήστο Τουμανίδη, Γιάννη Μυτιληναίο, Ελένη Κοφτερού, Άγγελο Καρούσο.
Θα είναι μεγάλη μου χαρά όταν ολοκληρωθεί η ανθολογία αυτή (ήδη, όπως μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω στις σελίδες του προλόγου που ανάρτησα, η ανθολογία αποτελείται από 22 ποιητές και ποιήτριες) να κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο ελεύθερα σε ψηφιακή μορφή ώστε να την αποκτήσουν δωρεάν οι αναγνώστες της ποίησης αλλά και οι λάτρεις της ιστορικής περιοχής μας.

Θοδωρής Π. Μποράκης


[1]

Γιὰ τὸν ἀπαγχονισθέντα ἀπὸ τοὺς κομιτατζῆδες, δάσκαλο Ἰωάννη Πίτσουλα (Γεώργιος Ἀθάνας) 1918 - 1919 [1]

Τὸ πλατάνι, ποὺ σὲ βρῆκαν κρεμασμένο
μὲ ἀναρίθμητες στὰ στήθη σου πληγές,
γιγαντώθηκε καὶ μὲ ἄνθη στολισμένο
τ’ ἀντικρίζουν οἱ ζηλιάρες μας ψυχές.

Ἐγονάτισα στῆς ρίζας του τὸ χῶμα
κι’ ὅσα ἐρχόσουνα νὰ εἰπεῖς σ’ αὐτὴ τὴ γῆ,
Τά ’χω νοιώσει! κι ἂν δὲν πρόφτασε τὸ στόμα
τὰ ρητόρεψε τοῦ τάφου σου ἡ σιγή!

Χρόνια πέρασαν ὁ σπόρος τῆς ἰδέας
νὰ μᾶς δώσει τοὺς μεγάλους του καρπούς.
Μὰ τὰ πρῶτα ἐδῶ ξεδίπλα τῆς Σημαίας
στοὺς δικούς σου ἀποκρυνότανε σπασμούς!


[1] Ἱστοσελίδα «Γουμένισσα» http://www.goumenissa.eu/5sugrafeis.htm
[2] Στὶς 21 Νοεμβρίου 1904, ἔξω ἀπὸ τὴ Γουμένισσα, ἡ βουλγαρικὴ συμμορία κομιτατζήδων τοῦ Ἀποστὸλ Πέτκωφ δολοφόνησε τὸν δάσκαλο Ἰωάννη Πίτσουλα. Ὁ νέος δάσκαλος ποὺ εἶχε ἀποφοιτήσει ἀπὸ τὸ Διδασκαλεῖο τῆς Ἀθήνας, θέλησε νὰ διοριστεῖ σὲ σχολεῖο τῆς Μακεδονίας. Διορίστηκε στὴ Γουμένισσα ὅπου εἶχε ἐγκατασταθεῖ στὰ τέλη Ὀκτωβρίου 1904, ἕνα μήνα πρὶν τὴ δολοφονία του!





[2]
Στὸ μεγάλο ρεῦμα τοῦ Ἀξιοῦ (Γεώργιος Βαφόπουλος)[1]

Πόσες φορὲς στὸ ρεύμα σου, μεγάλε, ἐρχόμουν, ποταμέ,
τὰ παιδικά μου ὀνείρατα στὸ φλοίσβο σου νὰ πλέκω.
Ἄλλη τρανότερη εὐτυχία ποτὲ δὲ στάθηκε γιὰ μέ,
στὸ ἐπίσημό σου πέρασμα μ’ ἔκσταση θεία νὰ στέκω.

Ἡ ἑλληνικὴ παράδοση νύμφη δὲ σοῦ ’δωκε καμιά,
συντρόφισσα λαχταριστή, κι οὔτε κὰν φαῦνο φίλο.
Ὅμως τὸ ρεῦμα, ὅταν ξεσπᾶ στὴν ἄγριά σου ἀκροποταμιά,
ξυπνᾶ μαζὶ καὶ τὸν ἀρχαῖο τοῦ Κράλη Μάρκου θρὺλο.


[1] Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «Τὸ ρόδα τῆς Μυρτάλης» (1931), Γ. Θ. Βαφόπουλος «Ἄπαντα τὰ ποιητικά», Θεσσαλονίκη, ἐκδ. Παρατηρητής, 1990.




[3]

Περσικὰ δῶρα (Ντίνος Χριστιανόπουλος)[1]

Λένε πὼς γύρω στὰ 600 π.Χ. οἱ Πέρσες
ἀνακάλυψαν τὰ ἄρβυλα. Μὲ αὐτὰ διείσδυσαν
σιγὰ σιγὰ σ’ ὅλο τὸν κόσμο ἀρχίζοντας
ἀπ’ τὴν Ἑλλάδα, ὅπως μαθαίνουμε
ἀπ’ τὸν Αἰσχύλο καὶ τὸν Εὐριπίδη.
Μὰ πιὸ πολλὰ σπουδάσαμε
στὸ ἴδιο τὸ Βαρδάρι.

Ἀλλὰ καὶ τὸ Βαρδάρι εἶναι λέξη περσική.
Προέρχεται ἀπὸ μιὰ τουρκοπερσικὴ φυλή,
τοὺς Βαρδαριῶτες, ποὺ ὁ βασιλιὰς τοῦ Βυζαντίου
Θεόφιλος, τὸ 837, τοὺς νίκησε
καὶ τοὺς μετέφερε κοντὰ στὸν Ἀξιό,
λίγο πιὸ πάνω ἀπ’ τὴ Θεσσαλονίκη.

Οἱ νέοι κάτοικοι ὀνόμασαν τὸν ποταμὸ Βαρδάρη,
κι ἀπὸ αὐτὸν πῆρε τὸ ὄνομά του
ὄχι μόνο ὁ ἀέρας ποὺ κάνει ἄνω κάτω τὴ Μακεδονία
ἀλλὰ κι ἡ ἴδια ἡ ἀμαρτωλὴ πλατεία τῆς Θεσσαλονίκης.

Ἀρβύλες καὶ Βαρδάρι, λοιπόν,
τὰ δύο ἀνεκτίμητα περσικὰ δῶρα
πρὸς τὴν ἐρωτικὴ Θεσσαλονίκη·
αὐτὴν ποὺ ξέρει νὰ αἰσθάνεται
μονάχα ὅ,τι λατρεύει.
 



[1] Ντίνος Χριστιανόπουλος «Παράξενο, ποῦ βρίσκει τὸ κουράγιο κι ἀνθίζει», Ἐκδόσεις Αἰγαῖον, 2010.




[4]

Βαρδάρης (A. Aric)


Μὲ τὰ νερὰ ἐρωτεύομαι ποὺ τρέχουν στὰ ποτάμια
καὶ τὰ πικρὰ τὰ ντέρτια μου τοὺς ἐξομολογιέμαι.
Μὲ νανουρίζει τὸ γλυκὸ καὶ θεῖο κελάρυσμά τους
καὶ μοῦ περνοῦν τὰ βάσανα μὲ τὴ γοργὴ ροή τους.
Βαρδάρη, τῆς Μακεδονίας ἐστάθηκες ἡ μάννα.
Σ’ ἐσένα ἡ φαντασία μου πετάει σὰν πεταλούδα.
Ἀπάνω στὰ ψηλὰ βουνὰ ξεχύνονται οἱ πηγές σου
καὶ ἤρεμα τρέχουν, καθαρά, γαλήνια, τὰ νερά σου.
Κάτω στὸν κάμπο τὸν πλατὺ κυλᾶς θολὸ ποτάμι
καὶ πλημμυρίζοντας συχνὰ χωριὰ καὶ χῶρες πνίγεις.
Τὸ ρέμα σέρνει τῶν παιδιῶν τὶς κούνιες στὴν ὁρμή του
καὶ κάνει νὰ μοιρολογοῦν ἑκατοντάδες μάννες.
Μικρὰ παιδάκια ἀκούγαμε τὸν ζωντανὸ τὸν θρύλο,
πὼς πιάσανε στὴ Γευγελὴ κούνιες μὲ τὶς φασκιὲς τους.
Ποτάμι, ἐσύ ἀνελέητο, τοῦ ὀλέθρου ἐσύ, ποτάμι.
Ὅμως τριγύρω σου ζωὴ καὶ χαρμονὴ σκορπίζεις.
Τριάντα τρία στὸ πνεῦμα μου σ’ ἔχω κλεισμένο χρόνια.
Πολλὲς φορὲς σ’ ἀτένισα μέσα στὰ ὀνείρατά μου.
Κι ἀπ’ τὴν ἡμέρα ποὺ μικρὸς ἐπέρασα κοντά σου,
ἀχνάρια ἐτύπωσες βαθιὰ μὲς στὴν ἀθώα ψυχή μου.
Μιὰ μέρα θὰ γενεῖς πηγὴ εὐημερίας γιὰ ὅλους
καὶ θὰ σκορπᾶς τριγύρω σου παντοῦ τὴν εὐτυχία.
Στὰ διάφανά σου τὰ νερὰ θὰ λάμπει τὸ φεγγάρι
καὶ θά ’ρχονται χαρούμενοι, παιδιά, γυναῖκες κι ἄντρες.
Εἶν’ ἕνας χρόνος ποὺ ξανὰ κοντά σου ἔχω περάσει.
Μαγεύτηκα. Δὲν χόρταινα ὧρες νὰ σὲ κοιτάζω.
Ἀπόλαυσα ἀτενίζοντας τὰ ὁρμητικά σου ρεῖθρα.
Καὶ εἶχα βυθιστεῖ βαθιὰ στὴ φοβερή σου δίνη.
Μὰ τώρα πού ’μαι μοναχὸς πολὺ μακριὰ ἀπὸ σένα,
γιατί δὲ μὲ τραβᾶς ξανὰ στὶς ὄχθες στὰ νερά σου;

(Ἀπόδοση ἀπὸ τὸ τουρκικὸ κείμενο Κώστας Γαβριηλίδης)[1]

[1] Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Μορφὲς» τχ.1, Ὀκτώβριος 1948.




[5]

Παιονία (Σάκης Ἀθανασιάδης)[1]


Ἀπ’ τὴ σιωπὴ μὲ λίγες λέξεις
Θὰ σκαρφαλώσω στὸ λόφο Ἄνοιξη
Πίνοντας μὲ τὸ βλέμμα πράσινο
Ἀτέλειωτο φῶς.
Θὰ μαζέψω λίγο κόκκινο χῶμα
Τὸ αἷμα τῆς ἱστορίας
Καὶ ἄνεμο.
Ἀπ’ τὰ μυστικὰ τοῦ Ἀξιοῦ
Στὴν πλάτη ἑνὸς κορμοῦ
Θὰ φτάσω στὴ θάλασσα
Μὲς στὸ Αἰγαῖο νὰ σκορπίζω
Τὶς μυρωδιὲς τῆς πατρίδας μου.


[1] Σάκης Ἀθανασιάδης, ποιητικὴ συλλογὴ «Ὁ μικρὸς ἥλιος κι ἄλλα ὄνειρα τοῦ δρόμου», 2014.




[6]

Στὴν δική μου πατρίδα (Σάκης Ἀθανασιάδης)[1]

Ἡ δική μου πατρίδα ἔχει ἥλιο
Κόκκινα σύννεφα ποὺ μυρίζουν βοριὰ
Ἔχει ἄρωμα ἀπὸ χῶμα στὰ καφενεῖα
Καὶ κάρβουνα τοῦ ἐμφυλίου
Ἀνάμεσα στὶς σπασμένες πέτρες

Στὴν δική μου πατρίδα
Τὰ τρυγόνια τῆς ἄνοιξης χορεύουν στὸ φῶς
Κι ὅταν κουρνιάζουν στὶς λεῦκες
Ἀκοῦνε τὸ τραγούδι τοῦ Ἀξιοῦ

Ἡ δική μου πατρίδα εἶναι τὸ μάτι ἑνὸς φακοῦ
Στὴ σιωπὴ τοῦ χειμώνα
Τὰ ἐρειπωμένα φυλάκια στὸ χιόνι
Τὰ τρακτὲρ ποὺ οὐρλιάζουν σὰν σκυλιὰ
Τὸ φιλὶ τῆς βροχῆς

Ἀσπίδες ἀπὸ χιόνι ἔχουν στὴν δική μου πατρίδα
Γιὰ νὰ γλυτώσουν ἀπ’ τὸν μεθυσμένο ἥλιο
Γιατὶ τὸ πολὺ φῶς πονάει
Αὐτοὺς ποὺ ἀγάπησαν μόνο τὰ μάτια τους.



[1] Σάκης Ἀθανασιάδης, ποιητικὴ συλλογὴ « Τὸ δαχτυλίδι τῆς ἐλευθερίας», ἰδιωτικὴ ἔκδοση, 2020.




[7]

Ἄφησε τὸν ἀγέρα νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸ Σκρὰ (Θοδωρὴς Βοριᾶς)[1]


Ἄφησε τὸν ἀγέρα νὰ κατεβαίνει
μανιασμένος ἀπὸ τὸ Σκρά.
Νὰ περνάει ἀπὸ τὶς λόγχες τῶν φρουρῶν
καὶ νὰ ξεσκίζεται,
νὰ λερώνει μὲ σκόνη τὶς στολές τους
καὶ νὰ θαμπώνει τὸ φεγγάρι.

Κοίταξέ τους·
στρατιῶτες ποὺ δὲν καπνίζουνε νωχελικὰ
τὰ φθηνά τους τσιγάρα,
στρατιώτες ποὺ δὲν μιλοῦν

γιὰ τρυφερὰ κορμιά.

Κοίταξέ τους·
στέκουν ἀκίνητοι
κι ἀφουγκράζονται τὸν ἄνεμο
ποὺ ψιθυρίζει ὀνόματα
νεκρῶν συντρόφων τους
στὸν Πολικὸ Ἀστέρα.
 

[1] Θοδωρὴς Βοριᾶς, ποιητικὴ συλλογὴ «Χαμένες ψηφίδες», ἰδιωτικὴ ἔκδοση, Θεσσαλονίκη, 2012.




[8]

Τὰ στενὰ τῆς Τσιγγάνας (Θοδωρὴς Βοριᾶς)


Τὸν Ἀξιὸ ν’ ἀκοῦς
ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὴ Γευγελή...
φίδι ποὺ σέρνεται στὸ χάρτη.

Τὸν Ἀξιὸ ν’ ἀκοῦς
καὶ τῆς «Τσιγγάνας τὰ στενά»[1]
ποὺ ἀκόμα ἀντηχοῦν ἀπὸ τὰ τρένα.

Πέτρινα πολυβολεῖα, ντυμένα μὲ κισσό,
περνοῦν ἀπὸ τὸν ὕπνο σου·
σὰν νὰ κοιτᾶς ἀπ’ τὸ παράθυρο τοῦ βαγονιοῦ.

Τὸν Ἀξιὸ ν’ ἀκοῦς κι ἂς ξέμεινες στὴ Σαλονίκη,
μιὰ σκευοφόρος φάντασμα τοῦ ΟΣΕ,
στέγαστρο ἄστεγων μεταναστῶν
στὴ Μενεμένη.[2]

Τρίζουν οἱ ράγες κι οἱ σιδερένιες γέφυρες,
τὸ ὄνειρο δὲν πεθαίνει·
στοῦ τρένου τὶς γραμμὲς ἀγκομαχάει,
ἀνηφορίζει γιὰ τὴν Εἰδομένη.

[1] Τοπωνύμιο τῶν στενῶν μεταξύ Εἰδομένης καὶ Ἀξιούπολης ποὺ διαρέει ὁ Ἀξιὸς ποταμὸς.
[2] Συνοικία τῆς δυτικῆς Θεσσαλονίκης.



[9]

Ο σαλπιγκτής (Θοδωρής Βοριάς)

Κι εσύ, 
στη λάσπη του Σκρα βρήκες μνήμα,
Κολασμένος στη ζωή και στον θάνατο,
έκλαιγαν τις νύχτες οι λέξεις
στο τσαλακωμένο γράμμα
μες στην τσέπη σου
κι ήσουν στον ουρανό
στη διμοιρία των λασπωμένων ηρώων,
άλλοι μπροστάρηδες δίχως τα λάβαρα,
κι εσύ σαλπιγκτής δίχως το χέρι σου,
δίχως τη σάλπιγγά σου.



[10]

Ἐπίλογος[1] (Θοδωρὴς Βοριᾶς)

Ἔρχονται νεκροὶ συγχωριανοὶ·
Ἀρναουτκιῶτες, Ἀρτακηνοὶ καὶ Μπουγαζιῶτες
 -μὲ τὰ ζωνάρια καὶ τὶς τραγιάσκες τους-
ἔρχονται τοῖχο τοῖχο τὰ Ψυχοσάββατα.
 
Σπρώχνουν νυχτιάτικα τὸ χέρι μου,
ὁδηγοῦν τὴ γραφίδα στὸ χαρτί.
Ἐπιμένουν -μὲ τὸ τουφέκι καὶ μὲ τὸ ἄροτρο-
νὰ γραφτοῦν στὴν Ἱστορία.
 
Ψιθυρίζουν λόγια ἀπὸ τὴν Ἐξόδιο Ἀκολουθία
κι ὑπογράφουν μὲ σταυρὸ
στὸ βιβλίο μου:
 
«...Ποῦ ἐστιν ἡ τοῦ κόσμου προσπάθεια;
Ποῦ ἐστιν ἡ τῶν προσκαίρων φαντασία;
Ποῦ ἐστιν ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος;
Ποῦ ἐστιν τῶν οἰκετῶν ἡ πλημμύρα
καὶ ὁ θόρυβος;
Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά…»[2]


[1] Θοδωρὴς Βοριᾶς, ποίημα «Σκόνη, στάχτη καὶ σκιὲς» ἀπὸ τὴν «Ἀνθολογία σύγχρονης ἑλληνικῆς ποίησης ἐξ ἰδίων» ἐπιμέλειας Ἀντώνη Δ. Σκιαθᾶ καὶ Τριαντάφυλλου Ἠλ. Κωτόπουλου ποὺ κυκλοφόρησε σὲ ψηφιακὴ μορφὴ τὸν Ἰούνιο 2021.
[2] Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ Ἰδιόμελα τῆς Νεκρώσιμης Ἀκολουθίας (Ποίημα τοῦ Ἰωάννου Μοναχοῦ τοῦ Δαμασκηνοῦ).





[11]

Μοναχικὸς γυρισμὸς (Χρῆστος Τουμανίδης)[1]


Γυρίζοντας μεσάνυχτα στὸ σπίτι
εἶδα τὴν ἀπουσία σου.
Κρατήθηκα μιὰ στιγμὴ ἀπὸ πράγματα σκοτεινά.
Πάτησα τὸ διακόπτη καὶ κοίταξα πάλι
καὶ εἶδα
τὸ πρόσωπό σου μοιρασμένο
σὲ κομμάτια χαρτιοῦ,
σὲ ἀκμὲς γυάλινες.
Στὸ τασάκι μὲ τὰ πολλὰ ζουπιγμένα ἀπογεύματα.

Μέσα σὲ στάχτες εἶδα τὸ πρόσωπό σου.
Καὶ τὸ πρόσωπό μου.

Γυρίζοντας μεσάνυχτα
μάλωσα μὲ τὰ πιὸ οἰκεῖα μου ἀντικείμενα.
Οἱ φωτογραφίες ἄδειασαν ξάφνου ἀπ’ τὰ πρόσωπα.
Ἔγιναν μικρὲς τετράγωνες νύχτες.

Ποῦ νὰ βρίσκεσαι τώρα;
Σὲ ποιὰ πλαγιὰ ἀνηφορίζεις μοναχή;
Ποιὰ δέντρα ἐπωμίστηκαν τὶς στιγμές σου;

Γυρίζοντας, εἶδα
τὸ Πάικον στὴ μέση τῆς κάμαρας.
Τὴν Λιθαριὰ μὲ φεγγάρι καὶ
τὰ σκυλιὰ νὰ γαυγίζουν.

Εἶδα τὰ χορταριασμένα παιδικὰ ἀπογεύματα.
Τὴν Κυριακὴ μὲ τὸ κουτσό της ποδάρι,
νὰ κλωτσάει
ἀκόμα καὶ τὴν πιὸ ἀνθρώπινη ἐπιθυμία μου,
«νὰ τρέξω νὰ προλάβω τὸ Καλοκαίρι».

Ἀπὸ ἕνα παράθυρο κλειστό, ἀγνάντεψα τὶς λιακάδες,
τὸν Γαλαξία μὲ τοὺς ἄγνωστους παιδότοπους,
τὰ νερὰ καὶ τὴ γέφυρα τοῦ Ἀξιοῦ.

Ἀπὸ ἕνα παράθυρο χαμηλὸ
τόσο πού,
λὲς κι ἀκούμπαγε στὸ χῶμα.

Ἀλλὰ ἐσύ
σὲ ποιὰ γωνιὰ ἀγωνιᾶς τώρα;
Πάνω σὲ ποιὸ πλευρὸ τῆς νύχτας ὀνειρεύεσαι;
Ὤ! Ἂς ἦταν ὁ ὕπνος μιὰ γέφυρα νοητὴ ἀνάμεσά μας!
Ἀνάμεσα στὴν Ἔδεσσα καὶ τὸ Χαϊδάρι.
Μιὰ κορδέλα ἂς ἦταν, ὁ μακρὺς δρόμος
ἔτσι πού, μιὰ κίνηση τοῦ χεριοῦ νὰ τὸν τυλίξει
στοιβάζοντας τὰ χιλιόμετρα.
Τὰ βουνά,
τὶς πεδιάδες καὶ
νὰ σ’ ἔφερνε πάλι κοντά μου!

Ἔτσι γιὰ νὰ μπορῶ νὰ μπαίνω ὅπως πρῶτα στὸ σπίτι.



[1] Χρῆστος Τουμανίδης, ποιητικὴ συλλογὴ «Ἡ ὥρα τοῦ λιμανιοῦ», 1987. 



[12]

Τοῦ Βουνοῦ (Γιάννης Μυτιληναῖος)[1]


Ὢ ἐσὺ Πάικο
ὄρος ἀνάποδο
δίχως φεγγάρια
δίχως φῶς

Ὢ Πάικον ὄρος
μὲ τὴν κορφή σου κάτω
στὰ τρεῖς χιλιάδες πόδια
βαθιὰ μέσα στὴ θάλασσα

σὲ μιὰ ζώνη ποὺ τὴ λὲν
ἀβυσσοπελαγικὴ
σ’ ἕνα μέρος
ποὺ ἄνθρωπος δὲν ζεῖ

ζοῦν μόνο κάτι ὄντα
παράξενα, γλυκὰ
δίχως μάτια
μὲ διάφανο κεφάλι

θὰ ζήσω κι ἐγὼ
θὰ μάθω νὰ ζῶ
δίχως φεγγάρια
δίχως φῶς

δίχως ἀέρα
θὰ ζήσω νεκρὸς
μὰ μακριὰ
ἀπ’ τῶν ἀνθρώπων τὸ κακὸ

Ὢ ἀνάποδο Πάικο
μακάριο βουνὸ
τρεῖς χιλιάδες πόδια
ἀπ’ τ’ ἀνθρώπου τὸ κακὸ

ἂν μόνο μποροῦσα
τὰ ροῦχα μου θὰ ἔσκιζα
τὰ γόνατα θὰ μάτωνα
στ’ ἀγκάθια τῶν πλαγιῶν σου.



[1] Γιάννης Μυτιληναῖος, «Πέντε ποιήματα» στὴν ἱστοσελίδα ΠΟΙΕΙΝ http://www.poiein.gr /archives/14258/index.html#more-14258.



[13]

Ἐπιστροφὴ (Ἑλένη Κοφτεροῦ)[1]

Σὰν ἐρχόταν ἀπὸ τὴ Γρίβα[2] οἱ δικοί σου 
μαζί τους ἔφερναν τὴ γλῶσσα τοῦ βουνοῦ.
Τὸ γέλιο σου ἀνάβλυζε
στῇς κορυφογραμμῆς τὸ μυρωμένο χῶμα.
Κοτσύφια, πέρδικες κι καστανιὲς,
θροϊζουσες νεράϊδες
ἀνοίγανε διόδους μυστικὲς γιὰ νὰ
χωρέσει στὸ διαμέρισμα τὸ Πάϊκο.
Στοῦ σαλονιοῦ τίς τρυφερὲς χαράδρες
οἱ λέξεις σας πετάριζαν κελαρυστές
κι ἐγὼ ἀπ' τὸ χώλ κρυφάκουγα.

Ὅμως ξεράθηκε ἡ λίμνη τοῦ καιροῦ
κι οἱ ντόπιες χάθηκαν
-ὅπως κι ἐσύ- λέξεις ἀπὸ ἀσφυξία.
Νὰ μὴ φοβᾶσαι τὴν ἀρχὴ τοῦ σκοταδιοῦ.
Στὴ Γρίβα θὰ ξανανοίξει ὁ κύκλος τοῦ νεροῦ
Μὲς στὴ στοχαστικὴ σιωπή σου
θὰ ξαναβρεῖς τὸ ὀξυγόνο ποὺ στερήθηκες
σὲ μιὰν ἀρχέγονη βροχὴ
καὶ στὴν ὁρμὴ βουνίσιου ἀέρα.
Σ' εὐχαριστῶ ποὺ μὲ ταξίδεψες
κι ἐμένα στὸ βουνό σου
Νὰ ἰχνηλατῶ μοῦ ἔμαθες
ἄπειρα τὰ κοιτάσματα ἀγάπης.

[1] Ἑλένη Κοφτεροῦ - Μιὰ θλίψη Ἀπρίλης - Ἐκδόσεις Κουκίδα - 2018.
[2] Τὸ χωριὸ Γρίβα βρίσκεται στὸ Νομὸ Κιλκὶς στὶς πλαγιὲς τοῦ ὀρεινοῦ ὄγκου τοῦ Πάϊκου, 70 χιλιόμετρα βορειοδυτικὰ ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη.


[14]

Το μεγάλο δώρο (Άγγελος Καρούσος)

Ένας φίλος μού 'φερε κάτι φρούτα από την Μακεδονία
τα πήρα και σκεφτόμουνα το τρένο Αθήνα - Θεσσαλονίκη - Πολύκαστρο - Ειδομένη,
την Θεσσαλονίκη με τις ωραίες γυναίκες της,
τον Αξιό με τα καμποχώρια και τις λεύκες, τα νεκροταφεία, τα σπίτια και τη βλάστηση, τα υψώματα που αγαπώ πολύ:
Τσάγκα, Γκολέ Μαρίτ, Τσερνών, Σαρίμεσε, Τoμπρο Μίρο, Σκρα, Ραβινέ, Μαγιαδάγ και άλλα.
Την καρδιά του Πάικου που έζησα, τα ποτάμια με τα κρυστάλλινα νερά: 
Βάλε Μάρι, Βάλε Ράτσι και με τα τουρκουαζιά: Κοτζάντερε και Κούρντερε, τους Πόντιους τους αγαπάω πολύ, τα τραγούδια τους, τη βλάστηση μηλιές, βερυκοκιές πλάι στις όχθες, καλαμποκιές, μπαξέδες και πλατάνια.
Απ' τα Στενά Τσιγγανέ και το Δρέβενο μέχρι την Κούπα, Σκρά και τον Αρχάγγελο, τον κάμπο της Αρδέας με το Καϊμάκ Τσαλάν από πάνω του του Μπόζαρ οι πηγές και ό,τι δεν ήξερα και έμαθα εκεί.
Χαμογέλασα στον φίλο μου και σκεφτόμουνα: 
Οι γες που αγαπάμε είναι δύναμη κι όσο δυνατή η αγάπη τόσο κι η προσωπικότητα.
Η Μακεδονία όσο μακριά και να είναι, είναι μέσα μου με την ομορφιά της, με κάποιους ανθρώπους που ακόμα ζουν και με άλλους που έχουν φύγει.
Καλή σου ώρα φίλε.

Από το τχ.8 (Αθήνα-Ιανουάριος 2005) του χειρόγραφου λογοτεχνικού περιοδικού ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ "των φίλων" που έγραφε ο λογοτέχνης Κώστας Ριτσώνης.


#


[15] 

Γουμένισσα (Έλλη Φρεγγίδου)

Ψημένα κάστανα και κρασί
κάτω από το μεγάλο πλατάνι.

Βρέχω τα πόδια μου στο Σκρα.

Μάλλον,
εδώ ξεδιψά ο Θεός
τα πρωινά του.

Αμέτρητα στενά.

Αυτό το μέρος, φαίνεται, δεν θέλει
να ξέρει από μεγάλους δρόμους.

Από την ποιητική συλλογή της Έλλης Φρεγγίδου "Κιλκίς, χωμάτινή μου πόλη - έκδοση της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρίας "ΤΕΧΝΗ" Κιλκίς - 2022.


#

[16]

Μνήμη (Μάρκος Μέσκος)


Πάνω από τα Βοδενά
περνάει ο δρόμος της Σωτήρας.
Ήσυχοι λόφοι, άγριο φαράγγι πιο ψηλά
το καστανό χώμα της κερασιάς είναι νιόσκαφτο
εδώ η χλόη του σταριού εκεί χορεύει
ανθισμένη η δαμασκηνιά, γελάδια πάλι στην πλαγιά
κατά το Πάικο μια φοράδα ασέλωτη
βιτσίζει τον αέρα...

— Οδυσσέα!...


Από την ποιητική συλλογή Μάρκος Μέσκος - Άλογα στον Ιππόδρομο - 1973. 



[17]

Παιώνιες Κράστας – Παιώνιες βασιλείας Κράστας (Ηλίας Τσέχος)

Φλέγεσαι άνοιξη
Μελανοπόρφυροι βυθοί
Προς Βέρμιο καλπάζουν, Τζένα, Πάικο
κοπάδια αγριολούλουδα
Βαθείς Παίονα μύθοι

«Πασάων βοτανέων βασιληίδα»!

Παιώνιες περήφανες εταίρες
Αιώνιες αγάπες στα μέρη μας
Μυρώστε Αλιάκμωνα, Γιαννακοχώρι
Στολίστε έρωτες, επιταφίους, μέθες
Χαρές Βεργίνας, Πέλλας
Μίεζας.


Ηλίας Τσέχος – Ποιητική συλλογή «Ή σταγόνα ή ωκεανός» - 2011



[18]

Συννέφιασε στην Ειδομένη  (Γιάννης Ποταμιάνος)


Συννέφιασε
Αυτών η μοίρα γράφτηκε στον ουρανό
στη βουβή σιωπή που θρυμματίζεται
                                        απ’ τ’ αεροπλάνα
        και το κροτάλισμα των πολυβόλων

Συννέφιασε
Απ’ τα βράχια οι σειρήνες τραγουδούν
                                   πλάνες υποσχέσεις

Αυτών η μοίρα γράφτηκε στη θάλασσα
ταξιδεύει με τα κύματα
          στο ασημένιο φως του φεγγαριού

Ο φόβος τους μυρίζει αλμύρα
Στη σκοτεινιά της θάλασσας
                        χάνεται το πρόσωπό τους

Μόνο τα χέρια τους σφιχτά
                                          κρατάνε τη ζωή
                      και επιμένουν στην ελπίδα

Συννέφιασε
Οθνεία τέρατα γέμισαν τους ουρανούς

Κοπάδια ανθρώπων 
      τρέχουν να ξεφύγουν απ’ το πόλεμο

Παιδιά, πολλά παιδιά
            ζωσμένα τα υπάρχοντά τους
                                                 προχωρούν

Κι η λάσπη επιμένει ως το γόνατο
          για να βουλιάζουν τα όνειρα τους

Συννέφιασε
Το φίδι γέννησε ξανά το αυγό του
                                               στην Ευρώπη

Μες στη σκηνή μια Παναγιά κοιμίζει
                                τ’ άρρωστο παιδί της

Απ’ έξω βροχή, λάσπη και απόγνωση
κι άνθρωποι που περιμένουν   
                              για ένα κομμάτι ψωμί

Συννέφιασε
Στη λάσπη της Ειδομένης σπέρνεται 
                                    ο σπόρος της οργής

Αυτό το ουρλιαχτό το τόσο ανθρώπινο
                        που τσαλακώνει την ψυχή
     χάνεται στους βουερούς χειμάρρους

Αυτό το ουρλιαχτό είναι η ικεσία
                              για μια θέση στον ήλιο

Συννέφιασε στα συρματοπλέγματα
Συννέφιασε και στις καρδιές
                                             των ανθρώπων

Τα χρόνια είναι πέτρινα
             σ’ αυτά δοκιμάζεται η Ανθρωπιά
γι’ αυτό δώστε μια ελπίδα στα παιδιά
                        να μην βουλιάξει ο κόσμος

Συννέφιασε στην Ειδομένη
Γιατί σιωπούν οι ποιητές;
                        Γιατί σιωπούν οι Άνθρωποι;

Από το ιστολόγιο του κ. Γιάννη Ποταμιάνου "Στο ξέφωτο της ποίησης" https://toxefwto.blogspot.com



[19]

Γουμένισσα (Χρήστος Σαμαράς)

Αρχόντισσα σου χτύπησα την πόρτα δεν ακούς;
μες τα μεσάνυχτα πληρώ όλα εκείνα που ‘πες
διαβήματα, διατάγματα, νόμους κι απελπισίες
νιων, γέρων, μορφονιών, δίκια και αδικίες.

Μία μαγιά κυκλάμινα χρώματα παιδεμός
μια νύχτα ονειρομάντισσα του φεγγαριού γκρεμός
ποτάμια που ‘συραν ορμή νερά των ξωτικών
άστρα αλαλάζουν μοναξιά και συρφετούς αμνών.

Δέντρα ορκίζονται συρμός, της γης ο πυρετός
άγρια τριαντάφυλλα ευώδιαζαν στο φως
της Παναγιάς το έμβλημα ο τυχερός Χριστός
ασβεστοχώματος εύρημα αιώνων υπαρκτός.

Πέτρα με χρώμα καφετί με ζώνη διαρκή
άνθρωποι ατελείωτοι φεγγάρια βιολετί
ανάσες απροσπέλαστου χρώματος και χροιάς
μέλι κι ελιά τα μόνα μας όπλα της ερημιάς.

Σε μια μεριά καθόμουνα σε βράχο ζωντανό
κρασί αμπέλιαζα στυφό γελώντας ένα μάτσο
χάλκινα άκουγα μακριά με ήχο πληθωρικό
το μαύρο έγνεφα αψηλά του μοναχού το ράσο.

Ψευτονιφάδες χόρευαν με της σιωπής ρυθμό
μπαλέτο ασυγχρόνιστο δερβίσικο χορό
ως κι ο Βαρδάρης πάγωσε κι απόσωσε δουλειά
παρέδωσε το πνεύμα του στης πόλης την καρδιά.

Εκεί όπου στεντόρεια κι αγέρωχη ξαπλώνει
η πέτρινη η τρίαινα του Γάλλου στρατιώτη
φωνή της δίνουν τα νερά ουρλιάζει και κρυώνει
κλαδιά πλατάνου γνέφουνε στον μεθυσμένο πότη.

Σπίτια θεόρατα, κραυγές, ξύλινοι Παρθενώνες
χρώματα τοίχοι χρυσαφί με μπλε μακεδονίζουν
στις εσωτερικές αυλές, φώτα και ανεμώνες
πέτρες κι αμπέλια αγκαλιά ανέμελα σφυρίζουν.

Δρόμοι στενοί κι απόκρημνα ορθώνονται οικίες
πλατείες πιο ιστορικές κι από τα μοναστήρια
νερά παντού και πράσινο αρχέγονες πορείες
κάπου σε κάποιο καφενέ τσουγκρίζουν τα ποτήρια.

Κι άνθρωποι μπόλια ένας σωρός, κομμάτια ευαγγέλια
ανάκατοι σε αναλαμπή των χρόνων της ενάργειας
ξεμένουνε λαλιάς, ξεσπούν σε άγρια γέλια
φάρες κουβάρια αντηχούν κατόπιν μιας ευμάρειας.

Θρύλοι, νεράιδες των νερών ράικο τρανό πιαστήκαν
οι νυχτωσιές αντιλαλούν χάλκινα κι ιστορία
σχολειά θεριά ευεργετών στ’ ουράνια ανεβήκαν
με πρόκριμα και λεβεντιά ελληνική πορεία.

Στενά δρομάκια χαρακιές της μνήμης το στιλέτο
πλίνθος και ξύλο υλικά παντρεύονται γελώντας
καζάνια Οκτώβρη του ντουνιά χειμώνας υποθέτω
σώριασε κρύο, κόπιασε, πόρτες γερά βροντώντας.

Φίλοι γεράνια ατέλειωτα στιγμές θανατηφόρες
παρέες δήλωμα της γης στενά ελπιδοφόρες
μνήμες αστεία μίας γης παλιάς αισθαντικής
πού είσαι αστέρι μου εσύ, ποια νύχτα οδηγείς;

Πού σε ξεπέταξε η ζωή της μοίρας το ποτάμι;
ποιος ουρανός σε χαίρεται, ποια άνομη αγάπη;
ποιοι δρόμοι σε λιμπίζονται και σε πετούν χαράμι
ποιες ούλιτσες ζητούν τα χνάρια σου σατράπη.

Και τα χωριά τριγύρω σου όμοια διαμαντάκια
Οι λάμψεις απ’ το πρίσμα τους στιλέτα στη ματιά
σε φωτοστέφανο στιλπνό, άγρια λουλουδάκια
εικόνα που ευωδίασε, μόνο στην Παναγιά

Βουνά λαγκάδια αλλοτινά ο Πάνας τα μαγεύει
Του Αλεξάνδρου η ματιά του Βουκεφάλα η χαίτη
Ερωτική η ομορφιά σαλεύει σαγηνεύει
Νερά πλατάνια και δροσιά, φρουμάζει σαν χορεύει.

Από την ποιητική συλλογή: Χρήστος Σαμαράς - "Παράθυρο με θέα" - Γουμένισσα 2017.



Παρακάτω μπορείτε να διαβάστε τον πρόλογο της ποιητικής ανθολογίας 








Πτυχές του Μακεδονικού μετώπου στο Κιλκίς - Αρχαιολογία των χαρακωμάτων και τόποι μνήμης


Πτυχές του Μακεδονικού μετώπου στο Κιλκίς - Αρχαιολογία των χαρακωμάτων και τόποι μνήμης from Polyptychon on Vimeo.



Στο πλαίσιο της διάνοιξης χαρακωμάτων, δηλαδή της καθοριστικής στρατιωτικής πρακτικής του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και γενικότερα της υλοποίησης στρατιωτικών έργων υποδομής για την υποστήριξη του Μακεδονικού Μετώπου, οι συμμαχικές δυνάμεις εντόπιζαν, σε συγκεκριμένα υψώματα της κοιλάδας του Αξιού (προϊστορικές τούμπες, πρωτο-ιστορικές τράπεζες ή ταφικούς τύμβους), υλικά κατάλοιπα από οικισμούς και νεκροταφεία των προϊστορικών και πρώιμων ιστορικών κοινοτήτων της περιοχής.

Οι τυχαίες αυτές αποκαλύψεις αρχαιολογικών θέσεων προκάλεσαν τη διενέργεια ανασκαφών μικρής κλίμακας σε ορισμένες θέσεις, όπως στην Τσαουσίτσα (σήμ. Ποντοηράκλεια) ή την Μποέμιτσα (σημ. Αξιούπολη), στις οποίες συμμετείχαν διάφοροι επιστήμονες, αρχαιολόγοι, φιλόλογοι, ακόμη και γιατροί, που υπηρετούσαν στα συμμαχικά στρατεύματα.

Το βίντεο δημιουργήθηκε με αφορμή την επετειακή θεματική έκθεση με τον τίτλο «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ εν καιρώ ΠΟΛΕΜΟΥ στο ΚΙΛΚΙΣ. Από τα χαρακώματα των μαχών… στα σκάμματα των ανασκαφών» που διοργανώνει η Εφορεία Αρχαιοτήτων Κιλκίς.

Προτομή του Μακεδονομάχου Εμμανουήλ Κατσίγαρη στην Ειδομένη



Ειδομένη - Μακεδονομάχος Εμμανουήλ Κατσίγαρης. Φωτογραφία από το αρχείο του κ. Μιχάλη Κατσιγαράκη (Απρίλιος 2019).

Έρευνα - παρουσίαση: Θεόδωρος Π. Μποράκης

Η προτομή βρίσκεται στην πλατεία του χωριού, μπροστά στο σχολείο. Στη βάση της προτομής αναγράφεται: «Μακεδονομάχος Κατσίγαρης Εμμανουήλ 20-4-1908». 

Δείτε την σχετική με την προτομή ανάρτηση-συνεισφορά μου στην ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων:





Στην ιστοσελίδα της Παγκρήτιας Αδελφότητας Μακεδονίας αναφέρονται σχετικά με τον ήρωα: Εμμανουήλ Κατσίγαρης- Καραμανώλης: Αρχηγός Μακεδονικού Αγώνα. Φονεύθηκε στον Όλυμπο στις 20-4-1908. Από το Νίπος Αποκορώνου Χανίων. Αριθμός Ανδρών 75. Έδρασε στη Δυτική Μακεδονία, 1905-1908.

Ο καπετάν Κατσίγαρης σχετίστηκε με την ευρύτερη περιοχή της Γευγελής, εκτός άλλων δράσεων, και με την υπόθεση της προστασίας της Γευγελιώτισσας δασκάλας Αικατερίνης Χατζηγεωργίου  που κινδύνευε από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες λόγω της εθνικής της δράσης (το μνημείο της  βρίσκεται στην Ειδομένη). Παρακάτω διαβάστε την επιστολή που καθορίζει την αποστολή του Μανώλη Κατσίγαρη:

Στην ιστοσελίδα ΜΕΤΑΠΑΙΔΕΙΑ στην ενότητα για την δασκάλα Αικατερίνη Χατζηγεωργίου αναφέρονται τα παρακάτω για το έτος 1903:

«Με επιστολή που απέστειλε το Ελληνικό Κομιτάτο στον Κρητικό αξιωματικό Καπετάν Μανώλη Κατσίγαρη [4], του οποίο το αντάρτικο Σώμα δρούσε στην περιοχή απ’ τους Ευζώνους ως το Βαλάντοβο κι απ’ την Δοϊράνη ως την Στρώμνιτσα του ανέθεσε την ευθύνη της εγκαταστάσεως και της ασφάλειας της Χατζηγεωργίου κι ένα μικρό Ελληνικό σώμα ανταρτών την εγκατέστησε στο χωριό Γκριτσιστσ. 

Η επιστολή του Κομιτάτου γράφει: «Καπετάν Μανώλη, Θα προσφέρης μεγάλην υπηρεσίαν εις τον αγώνα μας, αν προστατεύσης την διδασκάλισσαν Αικατερίνην Χατζηγεωργίου, η οποία υπηρετεί εις την Μπογδάντσα. Οι εχθροί μας την έχουν οριστικώς προγράψει, αν μείνει εκεί, και θα χάσωμεν πολυτιμωτάτην δια την Πατρίδα ύπαρξην. Συνώδευσέ την λοιπόν μέχρι της Γρίτσιστας με τα παληκάρια σου, όταν μεταβής εκεί. Εις την Αικατερίνην εγράψαμεν να σας ακολουθήση με πάσαν εμπιστοσύνην». Ο Κατσίγαρης ακολούθησε πιστά την εντολή του Ελληνικού Κομιτάτου και συνόδευσε την Χατζηγεωργίου στην Γρίτσιστα, που σήμερα ονομάζεται Κράλιεβο Σέλο, ένα Ελληνοχώρι, ψηλά στις όχθες του Αξιού ποταμού, εκεί που ο ποταμός του Βαλάντοβου χύνει τα νερά του στον Αξιό».

Στην ιστοσελίδα Σύνδεσμος 71: Τα σώματα Μαζαράκη και Σπυρομήλιου έφτασαν στις 30 Απριλίου στη Μονή Αγίου Ιωάννη Προδρόμου στον Αλιάκμονα, όπου ξεκαθάρισαν την περιοχή από Βούλγαρους ανθρακεργάτες, μυλωνάδες και ξυλοκόπους που δρούσαν ως πληροφοριοδότες και εξασφάλισαν απόλυτα τις επικοινωνίες των ελληνικών σωμάτων με την ελεύθερη Ελλάδα. Στις 3 Μαΐου έφθασαν στο Άνω Σέλι, άρχισαν την οργάνωση της περιοχής, και ενώθηκαν με το μικρό σώμα του Εμμανουήλ Κατσίγαρη, που βρισκόταν στην περιοχή από την προηγούμενη χρονιά, καθώς και το μικρό σώμα Γιοβάνη. Ταυτόχρονα τα σώματα Σπυρομήλιου και Κατσίγαρη κινήθηκαν προς το Μπάχοβο (Πρόμαχοι), για την περιοχή δηλαδή του προορισμού τους. Όμως οι οπαδοί της ρουμανικής προπαγάνδας ειδοποίησαν τις βουλγαρικές συμμορίες της περιοχής για το δρομολόγιο του σώματος και στη συμπλοκή που ακολούθησε τραυματίσθηκε σοβαρά στο πόδι ο Υπομοίραρχος Σπυρομήλιος, ενώ στη συνέχεια ακολούθησε προσβολή από τουρκικά αποσπάσματα.

Στην ιστοσελίδα Ελληνικό Ημερολόγιο: 5 Μαΐου 1905 - Τα αντάρτικα σώματα του Υπολοχαγού Κωνσταντίνου Μαζαράκη και του Οπλαρχηγού Εμμανουήλ Κατσίγαρη δέχονται επίθεση από τουρκικό τάγμα στα Καλύβια Πέλλας, αλλά κατορθώνουν μετά από σκληρή ολοήμερη μάχη να απαγκιστρωθούν και να διαφύγουν.

Τραγούδι για τον θάνατο του καπεταν Κατσίγαρη που βρέθηκε στην ιστοσελίδα ΧΑΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ.
«Μαύρο πουλί εκάθισεν εις το Νεκροταφείο/ και κελαηδεί λυπητερά και παραπονεμένα./ Μανόλη μου Κατσίγαρη άξιο μου παλληκάρι/ η μαύρη γης σε χαίρεται εις τη Μακεδονία/ Κλαίει σε ο Νίππος κλαίει σε κι η επαρχία όλη./ Για σένα είναι τα βουνά τ’ Αποκορώνου μαύρα,/ για σένα είν’ η ταραχή για σένα η αντάρα». 

Πληροφορίες για τον Μακεδονομάχο Εμμανουήλ Κατσίγαρη μπορείτε να βρείτε και στην ιστοσελίδα:


Το ηρωικό σώμα του καπεταν Κατσίγαρη στη Μακεδονία. Από το ιστολoγιο του κ. Μιχάλη Κατσιγαράκη.

Μνημείο πεσόντων Πλαγίων

Μνημείο πεσόντων Πλαγίων

Το μνημείο βρίσκεται στον χώρο του κοινοτικού γραφείου και αναγράφει: «Η κοινότης Πλαγίων εις μνήμην των υπέρ πατρίδος πεσόντων».
Οφείλουμε τιμή και αιώνια ανάμνηση στους συγχωριανούς που δεν πρόλαβαν να αντικρίσουν τα Πλάγια, στους προγόνους μας που αφανίστηκαν στις αλησμόνητες πατρίδες κι "έστειλαν" στα Πλάγια ασυνόδευτες τις φαμίλιες τους. Πρώτη τιμή αρμόζει στους αδικοχαμένους της γενιάς των ξεριζωμένων.
Με το πέρασμα των χρόνων, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1940 – 1950, η θύελλα που έπληξε ολόκληρη την Ελλάδα δεν άφησε ανέπαφη τη μικρή κοινότητα των Πλαγίων. Άνθρωποι που βρέθηκαν να πολεμούν στα βουνά της Αλβανίας τους Ιταλούς το '40, άνθρωποι που βρέθηκαν στο δρόμο των Βουλγάρων κατακτητών το '44, άνθρωποι που βρέθηκαν, ένοπλοι ή άοπλοι, σε διαφορετικά στρατόπεδα στη διάρκεια του εμφυλίου σπαραγμού από το ΄44 μέχρι το ΄49, έδωσαν τη ζωή τους και αξίζει να μην τους ξεχνάμε γιατί αποτελούν την ουσιαστική ιστορία του τόπου.

Το μνημείο πεσόντων της μάχης του Ραβινέ (1/5/1917) στο χωριό Χαμηλό

Μνημείο υψώματος Ραβινέ.
Πηγή φωτογραφίας: Θοδωρής Π. Μποράκης.


Τα μνημεία διηγούνται Ιστορία... Χαμηλό Παιονίας - Το μνημείο πεσόντων στη μάχη του υψώματος Ραβινέ 1/5/1917


Το μνημείο βρίσκεται στην κορυφή του υψώματος Ραβινέ, 1.000 μέτρα δυτικά - βορειοδυτικά από το χωριό Χαμηλό του Δήμου Παιονίας στον Νομό Κιλκίς. Στον σταυρό του μνημείου αναγράφεται: «Εις μνήμην των υπέρ πατρίδος πεσόντων Αξιωματικών και Οπλιτών - 1η Μαΐου 1917». Αναθηματική μαρμάρινη πλάκα υπέρ των πεσόντων της μάχης έχει ανεγερθεί τα τελευταία χρόνια στο χωριό Χαμηλό, για την απόδοση τιμών στο σημείο, σε περίπτωση που οι καιρικές συνθήκες καταστούν δύσβατο τον δρόμο που οδηγεί στο ύψωμα με το αρχικό μνημείο.

Σχέση με την ιστορία – Η διατήρηση της ουδέτερης στάσης της Ελλάδας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επηρεάστηκε από τη δράση των δυνάμεων της Αντάντ κατά των Κεντρικών Δυνάμεων στο Μακεδονικό Μέτωπο (απόβαση γαλλικών στρατευμάτων στη Θεσσαλονίκη το 1915) και από τη κατάληψη της ελληνικής επικράτειας, ανατολικά του ποταμού Στρυμόνα, από τον βουλγαρικό στρατό που ήδη υπήρξε σύμμαχος των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Τουρκία) (1916).
Η βουλγαρική κατάληψη ελληνικών εδαφών, η εγκληματική δράση του βουλγαρικού στρατού σε βάρος των Ελλήνων κατοίκων και η αδράνεια της κυβέρνησης του Στέφανου Σκουλούδη έναντι όλων αυτών, ήταν που έφεραν στο αποκορύφωμά του τον Εθνικό Διχασμό μεταξύ του βασιλιά Κωνσταντίνου και του Ελευθέριου Βενιζέλου. Αποτέλεσμα των αφόρητων επιρροών των αντιμαχόμενων (Αντάντ και Κεντρικών Δυνάμεων) που ασκούνταν στο ελληνικό πολιτικό παρασκήνιο, ήταν να αντιδράσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος στην ελληνική ουδετερότητα με στρατιωτικό κίνημα και να προκύψουν οι δυο ελληνικές κυβερνήσεις (των Αθηνών με υπηρεσιακό πρωθυπουργό τον Σπυρίδωνα Λάμπρου και της Θεσσαλονίκης με πρωθυπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο) τον Σεπτέμβριο του 1916 αλλά και να εξοριστεί ο βασιλιάς Κωνσταντίνος το καλοκαίρι του 1917, υπό την απειλή επέμβασης των δυνάμεων της Αντάντ στην Αθήνα, δυνάμεων που επιδίωκαν και πέτυχαν να τοποθετήσουν βασιλιά τον Αλέξανδρο και πρωθυπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Η κυβέρνηση Βενιζέλου έθεσε τη χώρα σε στρατιωτικό νόμο και κήρυξε επίσημα τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης (της Θεσσαλονίκης) με πρωθυπουργό τον Ελ. Βενιζέλο που είχε τη υποστήριξη της Αντάντ, εγκατέλειψε την αυστηρή ουδετερότητα κι έλαβε μέρος στον πόλεμο, στο πλευρό των Γάλλων με 3 Ταξιαρχίες Πεζικού. Την άνοιξη του 1917, στα βόρεια σύνορα της χώρας διεξήχθησαν σημαντικές μάχες των Ελλήνων και των Γάλλων κατά των Βουλγάρων και των Γερμανών (μάχες Σεμέν ντε Φερ, Ραβινέ κλπ). Την ίδια στιγμή η Κυβέρνηση των Αθηνών κι ο βασιλιάς Κωνσταντίνος δεχόταν πιέσεις από την Αντάντ για αφοπλισμό του στρατού στον ελληνικό νότο, και είχε ήδη γράψει στο ιστορικό της τα «Νοεμβριανά» του 1916 με τον ναυτικό αποκλεισμό της Αθήνας και του Πειραιά από τον Αγγλο-γαλλικό στόλο, τον λιμό που επέφερε ο ναυτικός αποκλεισμός και την μάχη των Αθηνών όπως έμεινε στην ιστορία η αιματηρή αντίδραση του Συνδέσμου των Επιστράτων στην επιβολή του αφοπλισμού και την παρουσία Αγγλο-γάλλων εισβολέων στους δρόμους της Αθήνας.

Η μάχη του Ραβινέ την 1η Μαΐου 1917 - Το Ραβινέ ήταν ένα οχυρωμένο ύψωμα επί του ελληνικού εδάφους στη δυτική πλευρά του Αξιού, το οποίο κατείχαν ισχυρές γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις. Αποτελούσε ένα από τα βασικότερα ερείσματα της αμυντικής τους διάταξης και ως εκ τούτου η κατάληψή του κρινόταν απαραίτητη από το συμμαχικό επιτελείο. Από τις 23 έως τις 30 Απριλίου του 1917 το ύψωμα προσβλήθηκε με προπαρασκευαστικό βομβαρδισμό και επίθεση των ελληνικών τμημάτων, με προεξάρχοντα τα τάγματα των λοχαγών Κονδύλη και Τσάκαλου. Τα ξημερώματα της 1ης Μαΐου εκδηλώθηκε η κύρια επιθετική ενέργεια στην οποία πήραν μέρος τρεις ελληνικοί λόχοι του τάγματος Γουλιανού, που κατάφεραν να εκδιώξουν τους κύριους υπερασπιστές του υψώματος, δυο βουλγαρικούς λόχους, συλλαμβάνοντας και περίπου 60 αιχμαλώτους. Ωστόσο ο εχθρός αντεπιτέθηκε άμεσα με συνέπεια οι ελληνικές δυνάμεις να υποστούν βαριές απώλειες, αφού το σύνολο σχεδόν των ανδρών τους σκοτώθηκε ή τραυματίσθηκε με τον διοικητή λόχου υπολοχαγό Καρακουλάκη να περιλαμβάνεται στους νεκρούς. Όλα αυτά οδήγησαν σε προσωρινή εγκατάλειψη του υψώματος, έως ότου μια νέα ελληνική αντεπίθεση από τους λόχους Ντερτιλή, Χαιρέτη και μια διμοιρία υπό τον ανθυπασπιστή Γκέκα να καταλήξει σε επανάκτησή του.


Ἀφίσσα τῆς Πατριωτικῆς Ἔνωσης μὲ ἥρωες πεσόντες τῶν μαχῶν. Μεταξὺ τῶν εἰκονιζόμενων περιλαμβάνονται καὶ οἱ πεσόντες τῆς μάχης τοῦ Ραβινέ: 1. Ὑπολοχαγὸς Λεωνίδας Καρακουλάκης, 2. Ἀνθυπολοχαγός Παναγιώτης Μ. Πρωτοψάλτης, 3. Ἀνθυπολοχαγός Κωνσταντῖνος Α. Τσοκανάκης, 4. Ἔφεδρος Ἀνθυπολοχαγός Εὐριπίδης Α. Ἀποστόλου, 5. Ἐθελοντὴς Ἠλίας Π. Ζαμπούρος, 6. Ἐθελοντὴς Δημήτριος Π. Βαλτίρκας. 


Εκδηλώσεις μνήμης - Κατά την επέτειο της μάχης του Ραβινέ τελείται τρισάγιο στο μνημείο και οι εκπρόσωποι της πολιτείας καταθέτουν στεφάνια στη μνήμη των νεκρών ενώ στο χωριό Χαμηλό, που βρίσκεται πλησίον του λόφου Ραβινέ, διοργανώνονται πολιτιστικές εκδηλώσεις με τη συμμετοχή τοπικών συλλόγων αλλά και συλλόγων Κρητών που συμμετέχουν στις εκδηλώσεις μνήμης τιμώντας τους πολυάριθμους Κρήτες που έπεσαν στη μάχη.

Πηγές:

1. Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, «Η Ελλάς και ο πόλεμος στα Βαλκάνια 1914 - 1918» - Γενικό Επιτελείο Στρατού, 1958 - 1987.
2. Γεώργιος Θ. Βαρδάκας, «Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος - Μάχες: Σεμέν ντε φερ, Ραβινέ, Σκρά ντι Λεγκέν, Δοϊράνης, Διασπάσεως Μακεδονικού Μετώπου», Σεπτέμβριος 2018.
3. Χρήστος Π. Ίντος - Ο Μεγάλος Πόλεμος (Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, 1914 - 1918) στον Νομό Κιλκίς - Γουμένισσα 2019.
4. Βλάσης Βλασίδης – «Μεταξύ μνήμης και λήθης - Μνημεία και κοιμητήρια του Μακεδονικού Μετώπου - Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα» - Θεσσαλονίκη 2016.
5. Θεόδωρος Π. Μποράκης «Κοινότης Πλαγίων Εν Παιονία Κιλκίς» ιδιωτική έκδοση – 2022.
 
Φωτογραφία: Θεόδωρος Π. Μποράκης   

Δημοσιεύτηκε την 18 Απριλίου 2023 στην ιστοσελίδα της εφημερίδας ΜΑΧΗΤΗΣ του Κιλκίς.

Διαβάστε περισσότερα για την μάχη του Ραβινέ στη διεύθυνση:

Το χωριό Χαμηλό: Η παλιά ονομασία του ήταν Αλτσάκ και υπήρξε χωριό με τουρκικό πληθυσμό που εκκενώθηκε το 1923 με την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Είναι χτισμέμο κοντά στο ύψωμα Ραβινέ στα ελληνοσκοπιανά σύνορα, στον Δήμο Παιονίας του Νομού Κιλκίς. Οι περίπου 110 κάτοικοί τους είναι Έλληνες πρόσφυγες Ποντιακής καταγωγής. Ο ταξιδιώτης μπορεί να επισκεφθεί τον Ι. Ν. Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, τα καταστήματα εστίασης του χωριού καθώς και το ιστορικό ύψωμα Ραβινέ με το μνημείο πεσόντων του Α΄Π.Π. κατά τη μάχη του Ραβινέ της 1/5/1917 ενώ στα κοιμητήρια του χωριού βρίσκεται το μνημείο των 20 εκτελεσμένων κατοίκων του Χαμηλού από τον βουλγαρικό στρατό την 19/1/1944.
Γεωργική παραγωγή: σιτάρι, ηλίανθο, καλαμπόκι, σκορδάκια νωπά, αμπέλια, ελαιώνες, ροδιές οινοποιεία, προϊόντα μελισσοκομίας κλπ. Ενδιαφέροντα: ορεινή πεζοπορία, κυνήγι.
Διαδρομές πεζοπορίας: 1) από το Χαμηλό μέχρι την κορυφή του υψώματος Ραβινέ (δασικός δρόμος), 2) από Χαμηλό κατά μήκος του παραπόταμου (Αλτσάκ ντερέ) μέχρι τον Αξιό ποταμό, 3) Χαμηλό - παλιός μύλος - Φανός (δασικός δρόμος).


Το ύψωμα Ραβινέ όπως φαίνεται κατά τη διαδρομή από το χωριό Χαμηλό. Φωτογραφία: Θεόδωρος Π. Μποράκης