Αλησμόνητες πατρίδες των Πλαγιωτών - Το Αρναούτκιοϊ ή Παπσού της επαρχίας Δέρκων (Arnavutköy)

Χάρτης του 1850, της ευρύτερης περιοχής βορειοδυτικά της Κωνσταντινούπολης, όπου αποτυπώνονται τα ελληνικά χωριά Αρναούτκιοϊ (Arnaoyt Kevi) και Μπογάζκιοϊ (Boghas Kevi). Η φωτογραφία προέρχεται από την τουρκική ιστοσελίδα arnavutkoyden.



Είναι χτισμένο βόρεια του δάσους Samlar και υπάγεται στο βορειοδυτικό τμήμα της επαρχίας Gaziosmanpasa. Το Αρναούτκιοϊ (Arnaout kevi σε χάρτη του 1850), (Arnautkioi σε χάρτη του 1890) είναι χωριό της περιοχής της Κωνσταντινούπολης και βρίσκεται σε υψόμετρο 158 μέτρων, 25 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης με γεωγραφικό στίγμα: 41°11'8"N, 28°44'21"E. Η ευρύτερη περιοχή σήμερα υπάγεται στο νομό Κωνσταντινουπόλεως, και βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της επαρχίας Gaziosmanpasa. Το Αρναούτκιοϊ της επαρχίας Δέρκων δεν πρέπει να συγχέεται με τη συνοικία της Κωνσταντινούπολης, Αρναούτκιοϊ (Μέγα Ρέμα), της περιοχής Μπεσίκτας, ούτε με το Αρναούτκιοϊ της περιοχής Αδριανουπόλεως. 
Ήταν ένα χωριό ελληνικό που προϋπήρχε από τον 19ο αιώνα. Προ της ανταλλαγής πληθυσμών ανήκε στην Μητρόπολη Δέρκων. Κατά τα έτη 1910 – 1912 καταγράφηκαν στο χωριό 972 Έλληνες κάτοικοι και ουδείς Τούρκος.[1] Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν με τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την μελισσοκομία και την παραγωγή ξυλανθράκων (κάρβουνων). Τά προϊόντα που παρήγαγαν ήταν: λινάρι, σιτάρι, σταφύλι κλπ. 

Για το Αρναούτκιοϊ αναγράφονται τα εξής στο περιοδικό ΘΡΑΚΙΚΑ[2]: «Αρναούτκιοϊ ή Παπτσού· οι κάτοικοι Παπτιανίτες. Μεσόγειον χωρίον ΝΑ και πλησιέστατα προς το Αγιασματάκι, από το οποίον είναι και μεγαλύτερον. Είχε ναόν του Αγ. Αθανασίου[3], πανηγυρίζοντα την 2 Μαΐου, οπότε εγίνετο με πλειοδοσίαν περίεργον η δωρεάν προσφορά λαδιού προς τον ναόν από τους κατοίκους! Κατά την πανήγυρίν των όλοι εμαγείρευον αρνί ψητό. Και το χωρίον αυτό είχεν εκδόσει χάρτινα «αντικαταστατικά» ή «παράδες της εκκλησίας» [4] κατά τα δύο χρόνια της τραγικής ζωής των Κωνσταντινουπολιτών και των περιχώρων επί ρωσοτουρκικού πολέμου· αντίτυπον αξίας 20 παράδων, κατέχει η συλλογή του Μουσείου Μπενάκη. 
Το 1884 είχεν 130 οικογενείας· το μικρον μικτόν σχολείον του είχε 50 παιδιά με διδάσκαλον, αντί 30 λίρες Τουρκίας ετησίως, προερχομένων από τα κοινοτικά κτήματα. Το 1909 -1911 είχε περί τας 160 οικογενείας ορθοδόξων, που συνετήρουν εις διώροφον οίκημα σχολείον τριτάξιον δημοτικόν, αλλ’ ακατάρτιστον. 
Οι κάτοικοί του περιληφθέντες εις την ανταλλαγήν, προσέφυγον το 1924 εις την Ελλάδα, εγκατασταθέντες άλλοι εις τους Δώδεκα Αποστόλους της υποδιοικήσεως Κιλκίς της Μακεδονίας και άλλοι εις την Χαλκιδικήν, εις το Ακιντζιλάρ και Καρασινάν, ζώντες μαζί με εντοπίους ακτήμονας».

Ελληνική εκκλησία στο Αρναούτκιοϊ που οι Τούρκοι μετέτρεψαν σε τζαμί.
Πηγή φωτογραφίας: Ιστοσελίδα 
http://www.taksimyapi.tc/portfolio/arnavutkoy-osmanli-camii

Σύμφωνα με το βιβλίο «ΘΡΑΚΗ»[5]: «Από 50-70 μαθητές φοιτούσαν (στα τέλη του 19ου αιώνα) σε καθένα από τα σχολεία του Ακαλάνη, του Αμπαρλή, του Αρναούτκιοϊ και του Βελιγραδίου». Στο ίδιο βιβλίο αναφέρεται ότι «Μικρός αριθμός Ελλήνων διαβιούσε στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα στα χωριά Αη Πάς, Αη Γιώργης, Ακαλάνι, Αμπαρλή, Αρναούτκιοϊ, Γαλατάρια, Γενή Μαχαλέ και Γρύπες». 

Στο βιβλίο «Μαύρη Βίβλος Διωγμών και Μαρτυρίων του εν Τουρκία Ελληνισμού, 1914–1918»[6] αναφέρονται τα εξής σχετικά με το χωριό κατά την περίοδο του Α΄ βαλκανικού πολέμου: «Εις το χωρίον Αρναούτκιοϊ επεκράτησε πλήρης τρομοκρατία. Ο Σωτήριος Ράλλης, ο Παναγιώτης Γεωργίου και ο Θεοδόσιος Αλεξάνδρου την 11η Μαΐου μεταβάντες εις το δάσος του χωρίου προς κατασκευήν ανθράκων υπέστησαν επίθεσιν ενόπλων Τούρκων· και ο μεν πρώτος κατά την γενομένην νεκροψίαν εφονεύθη δια ξιφολόγχης, θραυσθέντος και του κρανίου αυτού, ο δεύτερος επυροβολήθη εκ των όπισθεν και εκτυπήθη δια μαχαίρας εις τον λαιμόν, από του σώματος δε αυτού εξήχθησαν τέσσαρα κυβερνητικά φυσίγγια, από δε του νεκρού του Θεοδοσίου εξήχθησαν τρεις σφαίραι. Εν τω αυτώ χωρίω εν διαστήματι δύο εβδομάδων εφονεύθησαν 14 οικογενειάρχαι. Ο Χαρίτων Εμμανουήλ τη 28 Ιουνίου 1914 μεταβάς ίνα ξυλευθή από του κοινοτικού δάσους παρά το οθωμανικόν χωρίον Σαμλάρ ετραυματίσθη δια πυροβολισμού υπό τριών ωπλισμένων Τούρκων, εκ των οποίων δύο στρατιώται και εις χωροφύλαξ». 

Στην τουρκική ιστοσελίδα για το Αρναούτκιοϊ[7] αναφέρεται πως υπήρχαν εγκατεστημένα στην «Παλιά πόλη» 180 ελληνικά νοικοκυριά και πιθανόν με την ανταλλαγή πληθυσμών να ήρθαν στην περιοχή Τούρκοι που ζούσαν στη Δράμα. 

Στο Αρναούτκιοϊ, στη συμβολή των οδών Yildirim Beyazit και Sokullu Mehmet υπάρχει μια ελληνική εκκλησία που εκτιμάται πως χτίστηκε το 1595 και οι Τούρκοι την έχουν μετατρέψει από το 1991 σε τζαμί (Osmanli camii) [8].


Κατάσταση αρχηγών και μελών, κλάδων της οικογένειας Τοπουζάκη, από το Αρναούτκιοϊ. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών (1923 - 1924) στον Αγ. Διονύσιο Χαλκιδικής. Πηγή: «Ονομαστικό ευρετήριο αγροτών προσφύγων» της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, Αθήνα, 1928.

Σύμφωνα με την έρευνα της ιστοσελίδας «Στα Πλάγια Παιονίας» http://plagia-paionias.blogspot.com, ύστερα από ανάλυση του «Ονομαστικού ευρετηρίου αγροτών προσφύγων» της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, Αθήνα, 1928, που περιλαμβάνει ονομαστικούς καταλόγους προσφύγων με αναγραφή του τόπου καταγωγής τους και του τόπου εγκατάστασής τους στην Ελλάδα, κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 οι Έλληνες κάτοικοι του Αρναούτκιοϊ που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό, αφίχθηκαν στην Ελλάδα. Το 51% των οικογενειών εγκαταστάθηκαν στο χωριό Άγιος Διονύσιος (Διονυσίου) της Χαλκιδικής, το 28,5% των οικογενειών εγκαταστάθηκαν στο χωριό Άγιοι Απόστολοι (Πέλλα) Πέλλης, το 11,8% των οικογενειών εγκαταστάθηκαν στο Καρασινάν (Πλάγια) Παιονίας Κιλκίς και το υπόλοιπο 8,7% των οικογενειών εγκαταστάθηκαν στα χωριά Νικηφόρο Δράμας, Μυροβλήτη Δράμας, Φιλώτας Φλωρίνης, Πρόχωμα Θεσσαλονίκης, Ν. Ραιδεστό Θεσσαλονίκης, Γέφυρα Θεσσαλονίκης, Κασκάρκα (Καλοχώρι) Θεσσαλονίκης, Ροδόκηπος Χαλκιδικής, Κοπανός Ημαθίας και Γουμένισσα Κιλκίς. 




[1] «ΘΡΑΚΙΚΑ σύγγραμα περιοδικον εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις «Θρακικού Κέντρου». Τόμος 19ος , Εν Αθήναις 1939». Θεματική ενότητα: «Το δέλτα του Βυζαντίου» του Μιλτ. Σαράντη.
[2] «ΘΡΑΚΙΚΑ, σύγγραμα περιοδικον εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις «Θρακικού Κέντρου». Τόμος 12ος , Εν Αθήναις 1939». Θεματική ενότητα: «Από την Ανατολικήν Θράκην – Η επαρχία Δέρκων» σελ. 184 [8. Αρναούτκιοϊ] του Αθ. Γαϊτάνου – Γιαννιού.  
[3] Σχετικά με τις εκκλησίες των χωριών της Ιεράς Μητροπόλεως Δέρκων υπάρχει κατάσταση Ιερών Ναών στο περιοδικό «ΘΡΑΚΙΚΑ σύγγραμα περιοδικον εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις «Θρακικού Κέντρου». Τόμος 19ος , Εν Αθήναις 1939». Θεματική ενότητα: «Το δέλτα του Βυζαντίου» του Μιλτ. Σαράντη.
[4] [Κατά το 1877, εις την μεγάλην έλλειψιν αργυρού και χαλκού... πολλαί θρακικαί κοινότητες, εξέδωκαν χάρτινον «αντικαταστατικόν» νόμισμα ή «παράδες της εκκλησίας» αξίας 5 – 40 παράδων, που είχε δικαίωμα κυκλοφορίας μόνον εντός του ναού.
Αντίτυπα παράδων των εκκλησιών θρακικών χωριών κατέχει το Μουσείον Μπενάκη Αθηνών. Τα εκ χαρτονίου λεπτού αυτά αναπληρωτικά  νομίσματα δεν είναι χαρτονομίσματα (καϊμέδες) ούτε κέρματα, εφόσον η λέξις εξυπακούσει μέταλλον, ο λαός τα έλεγε «παράδες της εκκλησίας». Η νομισματολογία ονομάζει «σύμβολα» τα ανταλλασσόμενα με νόμισμα· αλλ’ αυτά δεν αντηλλάσσοντο, εξεπροσώπουν αυτό το νόμισμα...]  Περιοδικό ΘΡΑΚΙΚΑ τ. 12, Θεματική ενότητα: «Από την Ανατολικήν Θράκην – Η επαρχία Δέρκων» του Αθ. Γαϊτάνου – Γιαννιού, σελ. 172.
[5]«ΘΡΑΚΗ» του Κωνσταντίνου Α Βακαλόπουλου, Εκδ. Αφοί Κυριακίδη, 1993
[6] «Μαύρη Βίβλος Διωγμών και Μαρτυρίων του εν Τουρκία Ελληνισμού, 1914–1918» Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως 1919, στην ενότητα «Διωγμοί και μαρτύρια του εν Θράκη ομογενούς πληθυσμού» στο κεφάλαιο Η΄ «Επαρχία Δέρκων» σελ.50
[7] http://www.arnavutkoyrehberi.com/eski-arnavutkoy-fg63.html
[8] Σχετικά με την ελληνική εκκλησία του Αρναούτκιοϊ αναφέρει τουρκική πινακίδα πως: εκτιμάται ότι χτίστηκε ως ελληνική εκκλησία το 1595 και το 1991 μετατράπηκε σε τζαμί. http://www.taksimyapi.tc/portfolio/arnavutkoy-osmanli-camii








Στη φωτογραφία εικονίζονται Πλαγιώτισσες στο δρόμο μεταξύ εκκλησίας και γραφείου της κοινότητας (το κτήριο της κοινότητας Πλαγίων είναι το δεύτερο από αριστερά) σε βάφτιση στις 21 Ιουλίου 1956. Στο κέντρο της φωτογραφίας, με τα μαύρα και το παιδί στην αγκαλιά, είναι η Ζωή Καράνταγλη, η «Παπσανή», από το Παπσού (Αρναούτκιοϊ), η μαμή του χωριού μας. Η φωτογραφία έχει ληφθεί από τον φωτογράφο Ιορδάνη Χατζημήτσου από τη Θεσσαλονίκη και προήλθε από το αρχείο της κ. Βούλας Ιντζέ-Πασατσιφλικιώτη.

Αλησμόνητες πατρίδες των Πλαγιωτών - Το Μπογάζκιοϊ της επαρχίας Δέρκων (Boğazköy)


Σύγχρονος χάρτης της ευρύτερης περιοχής της Κωνσταντινούπολης. 

Αριστερά στο χάρτη, υπογραμμισμένα με κόκκινο χρώμα, διακρίνονται τα χωριά Μπογάζκιοϊ και Αρναούτκιοϊ.



Το Μπογάζκιοϊ είναι χτισμένο στην ανατολική όχθη του ποταμου Alibey, 2,8 χιλιόμετρα βορειοανατολικά από το Αρναούτκιοϊ και 22 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Υπάγεται στο νομό Κωνσταντινουπόλεως, στην επαρχία Gaziosmanpasa κι έχει γεωγραφικό στίγμα: 41°10'59"N, 28°46'20"E και υψόμετρο 69 μέτρα.

Προ της ανταλλαγής πληθυσμών, το Μπογάζκιοϊ ήταν αμιγώς ελληνικό χωριό κι ανήκε στην Μητρόπολη Δέρκων. Κατά τα έτη 1910 – 1912 καταγράφηκαν στο χωριό 2.105 κάτοικοι Έλληνες κάτοικοι και ουδείς Τούρκος.[1] 

Το Μπογάζκιοϊ δεν πρέπει να συγχέεται με το χωριό Bogazkoy της περιοχής Corum της Τουρκίας που βρίσκεται κοντά στην Άγκυρα, ούτε με τη συνοικία της Πόλης Μπογιατζίκιοϊ (Βαφειοχώρι).



Άποψη του χωριού Μπογάζκιοϊ (1930). 
[Πηγή φωτογραφίας: Στάλθηκε από τον κ. Σπύρο Μωυσάκη και προέρχεται από τον Σύλλογο Θρακιωτών Φιλώτα] 




Για το Μπογάζκιοϊ αναγράφονται τα εξής στο περιοδικό ΘΡΑΚΙΚΑ[2]: «Μπογάζκιοϊ· μεσόγειον χωρίον, προς Α του μικρού Αρναούτκιοϊ και ΝΔ του Πύργου, κείται εις στενωπόν παρά τον ποταμόν Αλήμπεη-σουγιού. Ο Καλέμης μας πληροφορεί ότι: "το 1884 είχε 260 οικογενείας Χριστιανών, εκκλησίαν της Αγ. Παρασκευής και σχολεία παλαιά και ετοιμόρροπα, μαρτυρούντα ότι το χωριό ενωρίτατα είχε φροντίσει δια την μόρφωσιν των παιδιών του. Η σχολή του ήτο μικτή· είχεν υπέρ τους 70 μαθητάς υπό έναν διδάσκαλον, ασφαλώς διδάσκοντα αλληλοδιδακτικώς· εμισθοδοτείτο από τα ενοίκια των κοινοτικών κτημάτων με 30 λίρες Τουρκίας. Ο εκπαιδευτικός έλεγχος της Μητροπόλεως του Μαΐου 1911 εις το Μπογάζκιοϊ εύρε σχολείον κατηρτισμένον και διδάσκαλον προοδευτικόν.  Και το χωρίον αυτό διελύθη τον Μάϊον 1924 μετά την υπογραφήν της ανταλλαγής (30 Ιανουαρίου 1923). Οι κάτοικοί του συνωκίσθησαν εν μέρει εις το χωρίον Φιλώτας ή Τσαλτζιλάρ, νοτίως της λίμνης Βεγορίτου και άλλοι εις το Ακιντζιλάρ και Καρασινάν του νομού Εδέσσης ως γεωργοί". 




Η εκκλησία του Μπογάζκιοϊ που κατασκευάστηκε το 1890 και πρόσφατα την μετέτρεψαν οι Τούρκοι σε τζαμί, ενώ παλαιότερα χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη και ως βιοτεχνία γαλακτοκομικών.


Στο βιβλίο «Μαύρη Βίβλος Διωγμών και Μαρτυρίων του εν Τουρκία Ελληνισμού, 1914–1918» Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως 1919, στην ενότητα «Διωγμοί και μαρτύρια του εν Θράκη ομογενούς πληθυσμού» στο κεφάλαιο Η΄ «Επαρχία Δέρκων» σελ.49 αναφέρονται τα εξής σχετικά με το χωριό κατά την περίοδο του Α΄ βαλκανικού πολέμου: «Ο εκ των προκρίτων του χωρίου Βογάζκιοϊ Ιωάννης Σερετάκης, δαρείς ανηλεώς και αλυσσοδεθείς περιεφέρετο επί ώρας ολοκλήρους ανα τας οδούς του χωρίου ως ο έσχατος των κακούργων. Το αυτό υπέστησαν και δύο έτεροι των προκρίτων· δράσται της βιαιοπραγίας ταύτης υπήρξαν αυτοί ούτοι οι χωροφύλακες». 

Στις 18 Ιανουαρίου του έτους 1920, Τούρκοι στρατιώτες συλλαμβάνουν στο Μπογάζκιοϊ Έλληνες ένοπλους χωρικούς. Το Πάσχα του έτους 1924 οι Τούρκοι σκοτώνουν 5 κατοίκους του χωριού που βρέθηκαν να βόσκουν τα ζώα τους στο βουνό.[3]



Το ποτάμι του Μπογάζκιοϊ

[Πηγή φωτογραφίας: Στάλθηκε από τον κ. Σπύρο Μωυσάκη και προέρχεται από τον Σύλλογο Θρακιωτών Φιλώτα]




Σύμφωνα με την έρευνα της ιστοσελίδας «Στα Πλάγια Παιονίας» http://plagia-paionias.blogspot.com, ύστερα από ανάλυση του «Ονομαστικού ευρετηρίου αγροτών προσφύγων» της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, Αθήνα, 1928, που περιλαμβάνει ονομαστικούς καταλόγους προσφύγων με αναγραφή του τόπου καταγωγής τους και του τόπου εγκατάστασής τους στην Ελλάδα, κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 οι Έλληνες κάτοικοι του Μπογάζκιοϊ που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό, αφίχθηκαν στην Ελλάδα. Το 65,5% των οικογενειών εγκαταστάθηκαν στο χωριό Φιλώτας Φλωρίνης. Το 19% των οικογενειών εγκαταστάθηκαν στο χωριό Πλάγια Παιονίας στο Κιλκίς. Το 5% των οικογενειών εγκαταστάθηκαν στο χωριό Δογάνης Παιονίας στο Κιλκίς. Το 2% των οικογενειών εγκαταστάθηκαν στο χωριό Νικηφόρος Δράμας. Το 2% των οικογενειών εγκαταστάθηκαν στο χωριό Ν. Ραιδεστός Θεσσαλονίκης. Το υπόλοιπο 6,5% των οικογενειών εγκαταστάθηκαν στα χωριά Μακρυχώρι Καβάλας, Βερτσιανή Σερρών, Γραβούνα Καβάλας, Ζαρκαδιά Καβάλας, Καβακλί Θεσσαλονίκης, Άγιοι Απόστολοι Πέλλης, Άσσυρος Θεσσαλονίκης, Καριώτισσα Γιαννιτσών, Κουντουργιώτισσα Πιερίας, Κρύα Νερά Καστοριάς, Μυροβλήτης Δράμας, Νέα Μανωλάδα, Τσομπλέκ Δερέ και Ρουσοχώρι Ηρακλείου.



Πλάτανος της κατεδαφισμένης πια, εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής, στο Μπογάζκιοϊ. 
Είχε φυτευτεί όταν πρωτοχτίστηκε ο ναός.
[Πηγή φωτογραφίας: Στάλθηκε από τον κ. Σπύρο Μωυσάκη και προέρχεται από τον Σύλλογο Θρακιωτών Φιλώτα]




[1] «ΘΡΑΚΙΚΑ σύγγραμα περιοδικον εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις «Θρακικού Κέντρου». Τόμος 19ος , Εν Αθήναις 1939». Θεματική ενότητα: «Το δέλτα του Βυζαντίου» του Μιλτ. Σαράντη.
[2] «ΘΡΑΚΙΚΑ, σύγγραμα περιοδικον εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις «Θρακικού Κέντρου». Τόμος 13ος , Εν Αθήναις 1940». Θεματική ενότητα: «Από την Ανατολικήν Θράκην – Η επαρχία Δέρκων» σελ. 140 [27. Μπογάζκιοϊ] του Αθ. Γαϊτάνου – Γιαννιού. 
[3] Από το βιβλίο: «Σπύρος Κ.  Αρβανιτάκης – Τετράδια Μνήμης» επιμέλεια  Κωνσταντίνος  Σ.   Αρβανιτάκης – 2009 – εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS.

Πλάγια (Καρασινάν)

Άποψη των Πλαγίων (Καρασινάν) το έτος 1917.

Τοπογραφία


Τα Πλάγια είναι χτισμένα στο βόρειο τμήμα του Δήμου Παιονίας στο νομό Κιλκίς, στην πλαγιά ενός  υψώματος με υψόμετρο 412 μέτρων (ύψωμα «412») κοντά στα ελληνο-σκοπιανά σύνορα. Βρίσκεται στην πλευρά της δυτικής όχθης του Αξιού ποταμού και βορειοδυτικά του όρους Πάικο.


   Χάρτης της περιοχής με τα παλιά τοπονύμια.
 Πηγή http://www.lithoksou.net. 

Βορειοδυτικά από το χωριό και σε απόσταση 10 περίπου οδικών χιλιομέτρων (3 περίπου χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή) βρίσκεται το χωριό Χαμηλό (Αλτσάκ) [μέσα σε παρένθεση αναγράφονται τα τοπωνύμια των χωριών όπως ήταν γνωστά πριν μετονομαστούν το 1926]. Ανάμεσα στα χωριά Πλάγια και Χαμηλό, στη σημερινή αγροτική περιοχή Χαμηλού, βρίσκονταν οι μουσουλμανικοί οικισμοί Μπαρακλή μαχαλά και Χατζή Μπαρί μαχαλά, που έμειναν έρημοι μετά την ανταλλαγή πληθυσμών το 1924, όπως σημειώνονται σε στρατιωτικούς χάρτες της περιόδου 1917 - 1918.

Βορειοανατολικά των Πλαγίων και σε απόσταση 6 χιλιομέτρων βρίσκεται το παραμεθόριο χωριό Ειδομένη (Σέχοβο) όπου βρίσκεται και ο ομώνυμος σιδηροδρομικός μεθοριακός σταθμός, και από την πλευρά της fyrom, επίσης παραμεθόρια, βρίσκεται η κωμόπολη Γευγελή (Gevgelija).

Βορειονατολικά και σε απόσταση 4 περίπου χιλιομέτρων βρίσκεται το χωριό Δογάνης (Σλώπνιτσα) ή (Σλοπ) και το ιστορικό ύψωμα Σεμέν ντε Φέρ. Το Σλοπ πήρε το τοπωνύμιο Δογάνης εις μνήμη του Ανθυπολοχαγού Ευστάθιου Δογάνη από τα Καλάβρυτα που φονεύθηκε στην μάχη κατά των Βουλγάρων, στο ύψωμα Σεμέν ντε Φερ, στις 24 Απριλίου 1917.

Νοτιαναλοκικά των Πλαγίων, σε ευθεία γραμμή, σε απόσταση 3,8 χιλιομέτρων, βρισκόταν μέχρι την εποχή του ανταρτοπολέμου το χωριό Πύλη (Δρέβενο). Ο παλιός δρόμος Πλαγίων – Αξιουπόλεως, 6,5 χιλιομέτρα χωματόδρομος, διέσχιζε το Δρέβενο, μη προσβάσιμος σε πολλά σημεία του από συμβατικά αυτοκίνητα, καταλήγει στην σύγχρονη επαρχιακή οδό Πλαγίων – Αξιουπόλεως, λίγο πριν την κατηφόρα για το Κοτζά Ντερέ.

Δυτικά και σε απόσταση 3 χιλιομέτρων βρίσκεται το χωριό Φανός (Μαγιαδάγ).

Ο κάμπος της περιοχής, που εκτείνεται Ανατολικά και σε απόσταση 3-5 χιλιομέτρων από το χωριό και τον διασχίζει ο Αξιός ποταμός, είναι ο κατ’ εξοχήν μη ορεινός και καλλιεργήσιμος χώρος και περιλαμβάνει τα χωράφια των χωριών Πλαγίων, Δογάνη, Ειδομένης. Στο 4ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Πλαγίων – Ειδομένης, ξεκινάει ο νέος δρόμος απόστασης 3,5 χιλιομέτρων που, μέσω της γέφυρας του Αξιού, οδηγεί στην Εθνική Οδό Ευζώνων - Αθηνών.

Από την αντίπερα, ανατολική, όχθη του Αξιού, περίπου 8 χιλιόμετρα βορειοανατολικά των Πλαγίων, βρίσκεται το χωριό Εύζωνοι (Ματσίκοβο). Έξω από το χωριό Εύζωνοι βρίσκεται ο ομώνυμος συνοριακός σταθμός, στο Εθνικό Οδικό δίκτυο που οδηγεί στη FYROM. Νοτιότερα από το χωριό Εύζωνοι βρίσκονται, σε απόσταση 5 χιλιομέτρων, το χωριό (Σμόλ) Μικρό Δάσος, και σε απόσταση 8,5 χιλιομέτρων το χωριό (Ορέβιτσα) Πευκόδασος.


Τα Πλάγια Παιονίας σήμερα (δεκαετία του 2010)


Διοικητικές μεταβολές της κοινότητας Πλαγίων

Το Καρασινάν υπαγόταν διοικητικά, στις αρχές του 20ου αιώνα, στο βιλαέτιο Θεσσαλονίκης, στον Καζά Γευγελή (σύμφωνα με τον χάρτη Βιλαετίων Κοσσυφοπεδίου, Μοναστηρίου και Θεσσαλονίκης που τυπώθηκε το 1908 από το Istituto Geografico de Agostini της Ρώμης) και ενδέχεται να εποικίστηκε με τούρκικο πληθυσμό (Κονιάρους) μετά το 1814 όπως θα περιγραφεί παρακάτω στα "Ιστορικά στοιχεία της ευρύτερης περιοχής Παιονίας". 

Έχουν βρεθεί αναφορές για το Καρασινάν με καταγεγραμμένη την ονομασία ως: Καρα-Σινάν, Καρασινάνσι (στους πίνακες απογραφής της Ε.Σ.Υ.Ε το 1920), Καρασινάκι (υποκοριστικό του τοπωνυμίου Καρασινάν όπως συνήθιζαν να το εκφέρουν επισκέπτες του χωριού στα μέσα του 20ου αιώνα) Carachnan, Karasinanci, Kara Sinanci, Карасинанци.

Κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, ο ελληνικός στρατός απελευθερώνει την Μακεδονία από τον τουρκικό ζυγό, και διασφαλίζει τη βόρεια ελληνική γη απ’ τις βουλγάρικες απειλές και διεκδικήσεις. Την απελευθέρωση της Μακεδονίας κατά τον Α’ Βαλκανικό πόλεμο, ακολούθησαν στην περιοχή ανακατατάξεις ελληνικών, τουρκικών και βουλγάρικων πληθυσμών, που οφείλονταν:

α) στους Α' και Β' Βαλκανικούς πολέμους 1912 - 1913,

β) στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο 1914 – 1918,

γ) στους διωγμούς του ελληνισμού της Θράκης 1915 – 1918 κατά τη διάρκεια των οποίων εκπατρίστηκαν προς την Ελλάδα 250.000 Έλληνες από τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη, την Ανατολική Ρωμυλία και τη Βόρεια Μακεδονία (περιοχές της όπως η Γευγελή, το Μοναστήρι κλπ έμειναν εκτός ελληνικής επικράτειας)

δ) στο προσφυγικό ρεύμα μετά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο 1919 - 1922 που προκάλεσαν οι διωγμοί που υπέστη το ελληνικό στοιχείο και ο ξεριζωμός του από τις πατρογονικές του εστίες στη Μικρασία, 

ε) στην ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 – 1925, ανταλλαγή που προέβλεπε η συνθήκη της Λωζάνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, και

στ) στις εχθροπραξίες κατά την περίοδο 1940 – 1950, στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και του ελληνικού εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε. 


Μετά την απελευθέρωση της περιοχής της Παιονίας, τον Οκτώβριο του 1912, και μέχρι την τελική παγίωση της εθνολογικής σύνθεσης των χωριών, η ελληνική πολιτεία οργάνωσε, μετά από συνεχείς διοικητικές αλλαγές, την επαρχία Παιονίας στη μορφή που υφίσταται σήμερα.

Τα Πλάγια, μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα υπέστησαν τις συνέπειες του πολιτικού και κοινωνικού κλίματος που επικρατούσε στη Μακεδονία. Όταν, κατόπιν των παραπάνω γεγονότων και ιδιαίτερα μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, παγιώθηκε η εθνολογική μορφή του χωριού, η κοινότητα υπάχθηκε αρχικά στο Νομό Πέλλης, έπειτα στο Νομό Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια στο Νομό Κιλκίς. Παρακάτω φαίνονται όλες οι διοικητικές μεταβολές της κοινότητας Πλαγίων όπως καθορίζονται τα σχετικά ΦΕΚ (Φύλλα Εφημερίδας Κυβέρνησης):

Στις 15 Φεβρουαρίου 1922, σύμφωνα με το ΦΕΚ 20Α - 15/02/1922 γίνεται σύσταση της Κοινότητας με την απόσπαση του οικισμού Καρασινάν από την Κοινότητα Μαγιαδάγ και τον ορισμό του ως έδρα της Κοινότητας Καρασινάν.

Στις 15 Φεβρουαρίου 1922, σύμφωνα με το ΦΕΚ 20Α - 15/02/1922 ο οικισμός Δρέβενον αποσπάται από την Κοινότητα Μαγιαδάγ και προσαρτάται στην Κοινότητα Καρασινάν.

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1924, σύμφωνα με το ΦΕΚ 212Α - 02/09/1924 η Κοινότητα Καρασινάν υπήχθη στο Νομό Θεσσαλονίκης από το Νομό Πέλλης.

Στις 8 Αυγούστου 1928, σύμφωνα με το ΦΕΚ 156Α - 08/08/1928 ο οικισμός Καρασινάν της Κοινότητας μετονομάζεται σε Πλάγια.

Στις 29 Μαίου 1933, σύμφωνα με το ΦΕΚ 130Α - 29/05/1933 ο οικισμός Πύλη (Δρέβενον) αποσπάται από την Κοινότητα Πλαγίων και προσαρτάται στην Κοινότητα Αξιουπόλεως.

Στις 16 Μαρτίου 1935, σύμφωνα με το ΦΕΚ 87Α - 16/03/1935 η Κοινότητα Πλαγίων υπήχθη στο Νομό Κιλκίς από το Νομό Θεσσαλονίκης.

Στις 4 Δεκεμβρίου 1997, η Κοινότητα Πλαγιών καταργείται και συνενούται με το Δήμο Αξιουπόλεως. ΦΕΚ 244Α - 04/12/1997.

Στις 7 Ιουνίου 2010 με το Ν. 3852/2010, ΦΕΚ 87Α, ο Δήμος Αξιουπόλεως, στον οποίο υπάγονταν τα Πλάγια, καταργείται κι ενσωματώνεται στο νεοσύστατο Δήμο Παιονίας με έδρα το Πολύκαστρο και ιστορική έδρα τη Γουμένισσα.

Η ζωή στα Πλάγια

Κοινωνικές συνθήκες


Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της Αξιουπόλεως, παλιότερα που η φαρμακευτική δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένη, οι γιατροί πρότειναν σε ασθενείς με αναπνευστικά προβλήματα, διαμονή στο χωριό λόγω της ξηρότητας και γενικότερα της καταλληλότητας του κλίματος για τέτοιου είδους παθήσεις. Φημισμένη ήταν επίσης η βρύση Χαμίτ Σογιού που κατά την παράδοση έπινε νερό ο σουλτάνος Χαμίτ Β΄ όταν επισκεπτόταν τη Θεσσαλονίκη.



Στα Πλάγια κατοικούσαν Τούρκοι μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924. Το παλιό όνομα των Πλαγίων, Καράσιναν, ίσως να πήρε αυτή την ονομασία προς τιμή του μεγάλου Τούρκου ζωγράφου Καράσιναν που γεννήθηκε και μεγάλωσε εκεί.



Τα χρόνια από την εγκατάσταση των χωριανών στα Πλάγια μέχρι και τη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά αποτέλεσαν μια εποχή φτώχειας αλλά παράλληλα κι ανασυγκρότησης της τοπικής κοινωνίας που προσπαθούσε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα και να πορευτεί ανάλογα με τις περιστάσεις που δημιουργούνταν στην ελληνική επικράτεια.



Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού, με πενιχρά μέσα, ασχολήθηκαν με τη γεωργία, την παρασκευή κάρβουνου, το εμπόριο καυσόξυλων και την κτηνοτροφία. Λεπτομέρειες για την παρασκευή κάρβουνου υπάρχουν στην ιστοσελίδα: 




Στις αλύτρωτες πατρίδες τους οι Πλαγιώτες καλλιεργούσαν μπαχτσέδες με λαχανικά, είχαν αμπέλια και καλλιεργούσαν στα χωράφια δημητριακά, αυτές τις συνήθειες συνέχισαν και με την εγκατάστασή τους στο νέο χωριό. Στα Πλάγια, στις ορεινές πλαγιές, υπήρχαν πολλά αμπέλια τα οποία είχαν εγκαταλείψει οι Τούρκοι κάτοικοι του χωριού κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922. Με τα χρόνια οι κάτοικοι των Πλαγίων κατάλαβαν ότι ο τόπος τους ήταν κατάλληλος για αμπελοκαλλιέργεια και επιδόθηκαν στη συστηματική καλλιέργεια αμπελιών ευγενικών ποικιλιών Syrah, merlot, cabernet. Με την καλλιέργεια αυτή εμφανίστηκαν τα πρώτα κρασιά υψηλής ποιότητας για να επαληθεύσουν το παλιό τοπικό άσμα «τσίπουρο από το Μαγιαντάγ» (Φανός) και κρασιά από την Πλαγιά». 



Κατά τη δραματική δεκαετία 1940 – 1950 το χωριό είχε υποστεί τις αιματηρές συνέπειες του πολέμου. Οι Πλαγιώτες επιστρατεύθηκαν κατά τον ελληνοιταλικό πόλεμο του 1940 και πολέμησαν στο Αλβανικό μέτωπο. Κατά τις μάχες σκοτώθηκαν τρεις Πλαγιώτες (οι δύο στο μέτωπο, ο τρίτος ήταν τραυματίας και υπέκυψε μετά την επιστροφή του στο χωριό). 



Από τον Απρίλιο του 1941 η επαρχία Παιονίας όπως ολόκληρη η ελληνική επικράτεια, υπάγεται στις γερμανικές αρχές κατοχής. Η πείνα του 1941, που προέκυψε από τον βρετανικό ναυτικό αποκλεισμό της κατεχόμενης Ελλάδας, δεν άφησε νεκρούς στα Πλάγια που, παρά τη μεγάλη φτώχεια των κατοίκων, συντηρούνταν λόγω γεωργικής αυτάρκειας. Κάποιοι συγχωριανοί εντάχθηκαν σε ανταρτικές ομάδες που μέσα στο 1942 αναπτύχθηκαν και συνεργάστηκαν σε πανελλαδική κλίμακα κατά των δυνάμεων κατοχής συντονισμένες από τη Μεγάλη Βρετανία ή τη Ρωσία (πρώην Ε.Σ.Σ.Δ). Ο πληθυσμός του χωριού τροφοδοτούσε κρυφά τις αντάρτικες ομάδες με τρόφιμα και ζώα για τη μεταφορά οπλισμού στο βουνό παρά τις απειλές και τους ελέγχους των κατοχικών αρχών που έχουν έδρα την Ειδομένη. Γερμανοί στρατιώτες εμφανίζονταν συχνά στο χωριό για να αγοράσουν γάλα και αυγά.



Οι αντίξοες συνθήκες της εποχής οδήγησαν σε επικίνδυνες περιστάσεις την καθημερινότητα με περιστατικά όπως: 



α)Ένοπλες συμπλοκές συνέβαιναν όπως του 1942 στα όρια με τη Γευγελή μεταξύ χωροφυλάκων του Τμήματος Χωροφυλακής Ειδομένης και Βουλγάρων λαθρεμπόρων στρατιωτών που επιδίωκαν την παράνομη είσοδο στην Ελλάδα.



β) Συγχωριανοί οδηγήθηκαν από τις γερμανικές αρχές υπόδικοι στις φυλακές Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη, επειδή είχαν παραχωρήσει τα υποζύγιά τους στους αντάρτες και στη συνέχεια αυτά βρέθηκαν εγκαταλελειμμένα στην ύπαιθρο. 



γ) Στις 25 προς 26 Δεκεμβρίου 1943, τη νύχτα, δυνάμεις ανταρτών του 30ου Συντάγματος του Ε.Λ.Α.Σ. που έδρευε στο Πάικο και Βρετανών καταστροφέων, υπονόμευσαν και κατέστρεψαν τη σιδηροδρομική γραμμή στα «στενά της τσιγγάνας» πετυχαίνοντας παράλληλα και τον εκτροχιασμό τρένου που κινούνταν από την Αξιούπολη στην Ειδομένη.



δ) Οι γερμανικές αρχές κατοχής από τα Χριστούγεννα του 1943 και τα σαμποτάζ των Εγγλέζων σαμποτέρ και των ανταρτών του Ε.Λ.Α.Σ. στη σιδηροδρομική γραμμή στα «στενά της τσιγγάνας», καθόριζαν εκ περιτροπής από τον ανδρικό πληθυσμό των Πλαγίων, ομάδες χωρικών τις οποίες εξόπλιζαν και τις διέθεταν κάθε νύχτα για φύλαξη δύο φυλακίων στον κάμπο, για την αποτροπή σαμποτάζ στη σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης - Ειδομένης. Το πρώτο φυλάκιο, το υπ’ αριθμ. 70, βρισκόταν στην περιοχή που εκβάλλει το ρέμα της Αγίας Παρασκευής στον Αξιό ποταμό και κάλυπτε τη γέφυρα της σιδηροδρομικής γραμμής από την οποία διέρχονταν οι αμαξοστοιχίες από Θεσσαλονίκη για Ειδομένη κι αντίστροφα. Κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής, στο ύψος της στάσης Δογάνη, βρισκόταν και το δεύτερο φυλάκιο υπ’ αριθμ, 74 που κάλυπτε άλλη γέφυρα ρέματος. 



ε) Στις 17 Ιανουαρίου 1944, βουλγάρικος στρατός κατοχής πέρασε από την περιοχή, κατέστρεψε σχολεία και σπίτια και σκότωσε κατοίκους σε κάθε χωριό που συνάντησε, με κυριότερους στόχους τους παλιούς Μακεδονομάχους και το προσφυγικό στοιχείο της Μακεδονίας. Στρατιώτες του βουλγάρικου στρατού στη διαδρομή για το χωριό σκότωσαν έναν Πλαγιώτη που εργαζόταν στον μύλο στην περιοχή Μπαρακλή. Όταν ήρθαν στο χωριό έκαψαν 66 σπίτια και το σχολείο και ξυλοκόπησαν τον ιερέα του χωριού.



στ) Οικογένειες που έμειναν άστεγες από τις βουλγάρικες θηριωδίες του 1944, πήραν το δρόμο της προσφυγιάς σε χωριά που βρίσκονταν συγγενείς τους (Νέα Μηχανιώνα, Διονυσίου, 12 Απόστολοι κλπ). Όσοι άστεγοι δεν εγκατέλειψαν το χωριό κατασκήνωσαν πρόχειρα στην περιοχή της «κρυόβρυσης» και στην περιοχή των αμπελιών προς το ρέμα της «Αγίας Παρασκευής».



ζ) Από τον Μάρτιο του 1944 δρα στην περιοχή μια ολιγομελής ομάδα ανταρτών του Ε.Λ.Α.Σ. ως «Ανεξάρτητη Ομάδα Κρούσης του 30ου Συντάγματος του Ε.Λ.Α.Σ.» με αρχηγό τον αντάρτη με τα ψευδώνυμα Τσικβασίλης ή Σαλταπίδας από την Ειδομένη, με σκοπό τα σαμποτάζ αλλά και την τρομοκράτηση των αντικομμουνιστών κατοίκων των χωριών. Αυτή η ομάδα, αργότερα, το καλοκαίρι του 1946 θα δολοφονήσει τον πρόεδρο και τον αγροφύλακα των Πλαγίων, τον δάσκαλο της Ειδομένης και δεκάδες κατοίκους της ευρύτερης περιοχής.



η) Το φθινόπωρο του 1944 οι αντάρτες σκότωσαν στην περιοχή του γηπέδου των Πλαγίων έναν Γερμανό στρατιώτη και το άλογό του, ενώ άλλοι τρεις στρατιώτες της ομάδας του διέφυγαν στα βουνά.

θ) Πριν αποχωρήσουν οι Γερμανοί, το φθινόπωρο του 1944, χτυπούσαν με πυροβόλο  από την περιοχή της Ειδομένης, τον ορεινό όγκο του "412" και την τοποθεσία "Τσάγκα" που ήταν λιμέρι ανταρτών, προκαλώντας υλικές ζημιές στα αμπέλια και στα σπίτια του χωριού χωρίς να υπάρξουν θύματα. 



Προς το τέλος του 1943 κι ιδιαίτερα στα μέσα του 1944 οι μεγάλες δυνάμεις (Μ. Βρετανία και πρώην Ε.Σ.Σ.Δ.) οδηγούν τις ελληνικές ένοπλες ομάδες σε μεταξύ τους ρήξη, καθώς τα γεγονότα φανερώνουν την ήττα της Γερμανίας ώστε να ενταχθεί η χώρα, μετά την απελευθέρωση, στον έλεγχο ενός απ’ τα δύο παγκόσμια μπλοκ της εποχής το Δυτικό και το Ανατολικό. Ο αγώνας των αντάρτικων οργανώσεων πολιτικοποιείται ξεκάθαρα κι αρχίζει η πρώτη φάση του εμφυλίου πολέμου με κύριους πρωταγωνιστές τον Ε.Λ.Α.Σ. από πλευράς Αριστεράς και του Ε.Δ.Ε.Σ. από πλευράς Δεξιάς.


Στις 12 Δεκεμβρίου 1943 ξεκινούν περιοδεία ενημέρωσης για το Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ. στα χωριά Κούπα, Σκρά, Φανό, Χαμηλό και Πλάγια ο υπεύθυνος πολιτικής διαφώτισης Θανάσης Μητσόπουλος (Σταύρος) και ο Γιάννης Αναστασόπουλος (Αχιλλέας) στελέχη του 30ου Συντάγματος του Ε.Λ.Α.Σ συνοδευόμενοι από ομάδα ανταρτών. Στο βιβλίο «Το 30ο σύνταγμα του Ε.Λ.Α.Σ.» ο Θανάσης Μητσόπουλος διηγείται την επίσκεψή του στα Πλάγια: «...Την τρίτη βραδιά φθάσαμε στο Χαμηλό. Μιλήσαμε σε μια μικρή συγκέντρωση, άλλωστε και το χωριό ήταν μικρό και τραβήξαμε για το χωριό Πλαγιά. Οι κάτοικοί του πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Αρκετά μεγάλο το χωριό, πάνω από διακόσια σπίτια. Φτάσαμε κατά τις οχτώμιση με εννιά το βράδυ. Μας οδηγούν στο σχολείο, όπου μας περίμεναν οι χωρικοί. Το σχολείο έλαμπε φωταγωγημένο. Μπαίνουμε στην αυλή. Η πόρτα ανοιχτή και μέσα στην αίθουσα κόσμος πολύς. Ο υπεύθυνος του Ε.Α.Μ. ανοίγει δρόμο. Μπαίνουμε στην αίθουσα. Θυελλώδη χειροκροτήματα μας υποδέχονται, επευφημίες για το Ε.Α.Μ. και τον Ε.Λ.Α.Σ. Ορμούν να μας χαιρετίσουν με χειραψία. Οι κοπέλες, με χάρη και λέγοντας όμορφα λόγια, μοίραζαν σ’ όλους τους αντάρτες από ένα κεντημένο μαντηλάκι για ενθύμιο. Και μέσα σε χειροκροτήματα και επευφημίες αρχίζω την ομιλία μου. Μιλάω για τον Ε.Α.Μ. και τους σκοπούς του. Για την αποστολή του Ε.Λ.Α.Σ. Ενθουσιασμός μεγάλος. Έξαρση πατριωτική, χαρά. Σε μια στιγμή ο κομματικός υπεύθυνος του χωριού μού ψιθυρίζει πως μπορώ να μιλήσω και για το Κόμμα ότι όλοι συμπαθούν πολύ το Κόμμα. Ενθουσιασμένος και γω από τις θερμές εκδηλώσεις για το Ε.Α.Μ. και τον Ε.Λ.Α.Σ. κάνω κορώνα γεμάτη έξαρση για το ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Τα εμπνευσμένα λόγια μου για το Κόμμα αντίθετα απ’ ότι περίμενα τα υποδέχθηκε μια απροσδόκητη σαστισμάρα, ένα ακαριαίο μούδιασμα, ένα αυτόματο κούμπωμα του κόσμου. Τα χειροκροτήματα πολύ λίγα σχετικά με τα άλλα, τα προηγούμενα χειροκροτήματα. Δαγκώθηκα. Μου μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά, μα το πράγμα είχε γίνει. Οι ακροατές όχι μόνο δεν συμπαθούσαν όλοι το Κόμμα, μα αντίθετα ήταν ποτισμένοι με πολύ προκατάληψη εναντίον του. Δεν τους παραξένεψε το ότι και το Κ.Κ.Ε. παίρνει μέρος στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Τους έκανε να κλωτσίσουν κείνο που είπα ότι το Κ.Κ.Ε. καθοδηγεί και είναι επικεφαλής του αγώνα. Αυτό τους ζεμάτισε. Βέβαια όχι όλους. Γιατί ανάμεσά τους υπήρχαν πολλοί με ξεκαθαρισμένη και συνειδητοποιημένη συμπάθεια προς το Κ.Κ.Ε. Εννοώ τους ανθρώπους εκείνους που μπήκαν στον αγώνα από πατριωτισμό, χωρίς να ξέρουν τον ιδιαίτερο ρόλο του Κ.Κ.Ε. Μα οι κομμουνιστές, δαγκώθηκαν γιατί καταλάβαιναν τι συνέπειες θα είχαν αυτά που είπα».



Στην περιοχή της Παιονίας κυριαρχούσε ο Ε.Λ.Α.Σ. Στα μέσα του 1944 είχε οργανωθεί εντατικά ο αντάρτικος ανεφοδιασμός με επίταξη αγαθών από τους κτηνοτρόφους και τους αγρότες του χωριού. Με μέριμνα του Ε.Λ.Α.Σ είχαν συγκροτηθεί τα «Αετόπουλα», υπό μορφή προπαρασκευαστικής παιδικής οργάνωσης, όπου αντάρτες διαφωτιστές απασχολούσαν με ψυχαγωγικές δραστηριότητες όσα παιδιά σχολικής ηλικίας δέχονταν να τα στείλουν οι γονείς τους. 



Τον Αύγουστο του 1944 ο κατοχικός στρατός είχε τις εξής δυνάμεις στην επαρχία Παιονίας: στη Γουμένισσα 140 Γερμανοιταλούς, στον Σιδηροδρομικό σταθμό Αξιούπολης 200 Γερμανοιταλούς, στο Πολύκαστρο 150 Γερμανοιταλούς, στο μεταλλείο Πηγής 80 Γερμανούς, στο 76ο φυλάκιο σιδηροδρομικής γραμμής Αξιούπολης – Ειδομένης 80 Γερμανούς, στην Ειδομένη 20 Γερμανούς.



Από τα μέσα του 1944 έρχονται στο χωριό τα θλιβερά μαντάτα του εμφυλίου πολέμου που ξεκίνησε πριν ακόμα αποχωρήσουν οι Γερμανοί. Στις 16 Μαρτίου 1944 αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. έκαψαν τα χωριά Μεσιά και Άγιος Πέτρος, ενώ δολοφόνησαν δεκάδες χωρικούς. Το Πάσχα του 1944 αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. έπιασαν ομήρους και τελικά δολοφόνησαν 9 προεστούς της Γουμένισσας. Στις 16 Αυγούστου 1944 αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. έπιασαν ομήρους και στη συνέχεια δολοφόνησαν τον ιερέα του χωριού Φανός και τον αδερφό του. Και η αποκορύφωση του δράματος γίνεται στο Κιλκίς στις 4 Νοεμβρίου 1944, στην μαζικότερη αναμέτρηση της Βόρειας Ελλάδας μεταξύ ανταρτών του Ε.Λ.Α.Σ. και αντικομμουνιστών ανταρτών, με απολογισμό χιλιάδων νεκρών στη μάχη αλλά και στις μετέπειτα σφαγές σε βάρος των αντικομμουνιστών μέσα στην πόλη του Κιλκίς και στα γύρω χωριά.



Οι τελευταίες κατοχικές δυνάμεις εγκατέλειψαν την Ελλάδα, μεταφερόμενες με τρένα μέσω Ειδομένης προς Γιουγκοσλαβία την 3 Νοεμβρίου 1944 και ώρα 16.00, καταστρέφοντας πίσω τους με ειδικά μηχανήματα καταστροφής όλο το σιδηροδρομικό δίκτυο, γέφυρες, φυλάκια κλπ.



Μετά την απελευθέρωση η τρομοκρατία εντείνεται με δολοφονίες, ομηρείες πολιτικών αντιπάλων, «λαϊκά δικαστήρια», επιθέσεις σε πόλεις και χωριά σε αστυνομικά τμήματα και στρατόπεδα, ληστείες, ναρκοθετήσεις και ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές από την προσπάθεια επικράτησης του Κ.Κ.Ε. και από την άλλη πλευρά εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, έκτακτα στρατοδικεία, εκτελεστικά αποσπάσματα, εκτοπίσεις, εξορίες εφαρμόζονται από τις κρατικές δυνάμεις κατά των ανταρτών και το σκηνικό ολοκληρώνεται από τα αντίποινα αντικομμουνιστικών ομάδων στη βία των κομμουνιστών. 



Το καλοκαίρι του 1946 κύμα τρομοκρατίας σάρωσε την περιοχή. Αντάρτες επιτέθηκαν στον Σταθμό Χωροφυλακής Ειδομένης ενώ ο ειδομενιώτης υπεύθυνος της επίθεσης κατά της χωροφυλακής που είχε συλληφθεί αργότερα εκτελέστηκε στα Γιαννιτσά μετά από απόφαση έκτακτου στρατοδικείου. Το ίδιο διάστημα ένας πλαγιώτης αντάρτης που είχε συλληφθεί με την ομάδα ανταρτών της Ειρήνης Γκίνη στην περιοχή της Έδεσσας εκτελέστηκαν στα Γιαννιτσά μετά από απόφαση έκτακτου στρατοδικείου. Στην διάρκεια του καλοκαιριού, αντάρτες δολοφόνησαν τον πρόεδρο, τον γραμματέα, τον αγροφύλακα του χωριού, τον αρχηγό προσκόπων του Φανού και τον δάσκαλο της Ειδομένης. Στις 13 Νοεμβρίου 1946 αντάρτες επιτίθενται στο Σκρα όπου δολοφονούν δεκάδες στρατιώτες και κατοίκους του χωριού μεταξύ αυτών και τη δασκάλα Βασιλική Παπαθανασίου. Τον Δεκέμβριο 1946 στην περιοχή του όρους Πάικο ο Στρατός και η Χωροφυλακή επιτίθενται κατά βάσεων των ανταρτών στα πλαίσια εκκαθαριστικών επιχειρήσεων και πυρπολείται το χωριό Κούπα.



Κάποιοι χωριανοί, ενταγμένοι στις ανταρτικές ομάδες του Ε.Λ.Α.Σ, βγήκαν στο βουνό ενάντια στον κυβερνητικό στρατό, επιδιώκοντας την επιβολή κομμουνιστικού καθεστώτος, σχηματίζοντας τον Δ.Σ.Ε. Περί τα 10 άτομα εντάχθηκαν στην Χωροφυλακή ως εθελοντές χωροφύλακες «άνευ θητείας» και την Εθνική Φρουρά προκειμένου ν’ αντιμετωπίσουν την ανταρσία. 



Τον Οκτώβριο του 1946 οι ένοπλες δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς οργάνωσαν κι εξόπλισαν χωριανούς (ΜΑΥδες) ενταγμένους στις Μ.Α.Υ. (Μονάδες Αυτοάμυνας Υπαίθρου) για την άμυνα του χωριού κατά των ανταρτικών επιθέσεων. Οι ΜΑΥδες (άντρες των Μ.Α.Υ.) του χωριού κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου ή αλλιώς συμμοριτοπολέμου όπως ήταν η επίσημη ονομασία του ως το 1980, φρουρούσαν τις νύχτες τα περάσματα στην πλαγιά του υψώματος «412». Σε πολλές περιπτώσεις γυναικόπαιδα του χωριού, για ασφάλεια, διανυκτέρευαν στον Λόχο της Εθνοφρουράς που έδρευε στο Φανό, για την αποτροπή ενδεχόμενων απαγωγών και βίαιας στράτευσης από τους αντάρτες.





Πλάγια -  Παρέλαση ΜΑΥδων (1946-1949) 
(Πηγή: από το αρχείο της Αναστασίας Γκέρλοβα)



     
Εθελοντές χωροφύλακες στα Πλάγια κατά την περίοδο 1946-1949. 
(Πηγή: από το αρχείο της Αναστασίας Γκέρλοβα)




Πλάγια - Εθελοντής χωροφύλακας περιόδου 1946-1949
(Πηγή: από το αρχείο της Αναστασίας Γκέρλοβα)

Χαρακτηριστική για το πολιτικό κλίμα της εποχής στην περιοχή, είναι η ανταπόκριση των Σπύρου Μελά και Βασίλη Τσιμπιδάρου για την εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ που δημοσιεύτηκε την 22 Νοεμβρίου 1946 με τίτλο «Εις τον θρυλικόν Φανόν»:

«Κατά την νυκτερινήν διέλευσίν μας εκ του ορεινού χωρίου Φανός, εγγύς των Γιουγκοσλαυικών συνόρων, επικοινωνήσαμε μετά προυχόντων και του Προέδρου της Κοινότητος Τσακιρίδη. Ως μας επληροφόρησαν, οι αντάρται έχουν καταδικάσει εις θάνατον ογδοήκοντα δύο κατοίκους, οι οποίοι αναγκάζονται οσάκις εξέρχονται του χωρίου δια μακρυνήν διαδρομήν να εξοπλίζονται και να συγκροτούνται εις ισχυράς ομάδας. Κατά την διαδρομήν μας, διατελούντες υπό την προστασίαν ευαρίθμων στρατιωτών, φερόντων οπλοπολυβόλα, ηναγκάσθημεν να αλλάξωμεν οδόν, λόγω ναρκών τοποθετημένων κατά μήκος της διαδρομής, δύο εκ των οποίων εξεράγησαν κατά την τελευταίαν επιχείρησιν και ανετίναξαν άμαξαν χωρικού, φονευθέντος του οδηγού και των ίππων. Σήμερον την πρωίαν συνεργείον ναρκοσυλλεκτών ανεύρεν υπολοιπομένας νάρκας και προέβη εις την αχρήστευσίν των. Χαρακτηριστικόν των συνθηκών της συγκοινωνίας είναι ότι κατά την άνοδον προς Φανόν ηναγκάσθημεν, εκτός της ανωτέρω αλλαγής της οδού, να λάβωμεν διατάξεις ασφαλείας. Κατά την κάθοδον παρετηρήθη κίνησις εις τα υψώματα της ορεινής διαβάσεως εκατέρωθεν της οποίας υπάρχουν τα δύο χωρία Πηγή και Πύλη. Ιδίως το πρώτον είναι μόνιμον κρησφύγετον ανταρτών. Πρόκειται περί της περιοχής εις την οποίαν δρα ο καπετάν Τσικβασίλης, γνωστόν κάθαρμα, εξ Ειδομένης. Ούτος είναι ραιβόπους και απαισίας μορφήςμ μέχρι σήμερον δε τα θύματά του υπερβαίνουν τα εκατόν. Ευτυχώς εκ της αντιθέτου κατευθύνσεως κατήρχετο και ευρίσκετο εις απόστασιν δύο χιλιομέτρων ισχυρόν ελληνικόν τμήμα, προερχόμενον εξ Αρχαγγέλου, του οποίου η εμφάνισις και μόνον ήρκεσε να καταστήσει την διάβασην λίαν άνετον. Οι αξιωματικοί και άνδρες του στρατού μας, κατεχόμενοι υπό υψηλού φρονήματος, ευθύς ως μας ανεγνώρισαν, εδήλωσαν: «Δεν ζώμεν παρά με την ελπίδα να εκδικηθούμεν τον δολοφονικόν σφαγιασμόν των συναδέλφων μας του Σκρά και της Νωτίας.»

Τον Ιανουάριο του 1948 οι Αρχές ανακαλύπτουν τους ενόχους των 7 δολοφονιών που έγιναν από τους αντάρτες στα Πλάγια αλλά και στο Φανό και καταδικάζει τους συλληφθέντες σε θανατικές ποινές.


Πλάγια -  Περίοδος 1946 - 1949 (Πηγή: από το αρχείο της Αναστασίας Γκέρλοβα)


Ο θλιβερός απολογισμός της περιόδου αυτής ήταν για το χωριό: 

Ένας Πλαγιώτης που δολοφονήθηκε στον μύλο που εργάζονταν στην περιοχή Χαμηλού, από τον βουλγαρικο στρατό τον Ιανουάριο 1944.

Τέσσερις Πλαγιώτες που σκοτώθηκαν πολεμώντας στο πλευρό των ανταρτικών ομάδων του Ε.Λ.Α.Σ. στη διάρκεια της Κατοχής και του «Δημοκρατικού Στρατού» της Αριστεράς στον εμφύλιο πόλεμο, ο ένας από αυτούς εκτελέστηκε στα Γιαννιτσά μετά από απόφαση έκτακτου στρατοδικείου στις 26/7/1946. 

Έξι Πλαγιώτες (μεταξύ αυτών και τον γραμματέα της κοινότητας) που τους άρπαξαν οι αντάρτες της Αριστεράς από το χωριό, κατά το διάστημα 1944 – 1946, και τους εκτέλεσαν στην περιοχή «κόκκινη χαράδρα» που βρίσκεται στην ορεινή διαδρομή από τα Πλάγια προς το Σκρά. 

Δύο Πλαγιώτες (τον πρόεδρο και τον αγροφύλακα του χωριού [29/7/1946]) που τους δολοφόνησαν σε ενέδρα, στο δρόμο για την Αξιούπολη. 

Δύο Πλαγιώτες που δολοφονήθηκαν στην Αξιούπολη από επίθεση αντικομουνιστικών ομάδων.

Τέσσερις Πλαγιώτες που σκοτώθηκαν στο Κιλκίς πολεμώντας στο πλευρό των ένοπλων αντικομουνιστών σε μάχη κατά των ανταρτών της Αριστεράς το Νοέμβριο του 1944.



Από το 1949 σταμάτησαν οι εχθροπραξίες κι η χώρα κατεστραμμένη εντάχθηκε στο Δυτικό μπλοκ. Κάποιοι Πλαγιώτες, από όσους συμμετείχαν στις ανταρτικές δυνάμεις της Αριστεράς, υποχωρώντας βρέθηκαν ως πρόσφυγες στις χώρες του Ανατολικού μπλοκ όπου παρέμειναν εκεί για ασφάλεια μέχρι τη δεκαετία του ’80 που ολοκληρώθηκε ο επαναπατρισμός όσων επιθυμούσαν. Τέσσερις Πλαγιώτες, λόγω εμπλοκής τους στα έκτροπα του εμφυλίου πολέμου ως αντάρτες, οδηγήθηκαν για κάποιο χρονικό διάστημα στην εξορία λίγο μετά την ήττα των ανταρτών αλλά και κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας (1967 – 1974).




Πλαγιώτης στον κάμπο (Σεπτέμβριος του '53) (Πηγή: από το αρχείο του Παναγιώτη Μποράκη)

Μετά τον πόλεμο ξεκίνησε η ανασυγκρότηση, πάντα μέσα στα πλαίσια της επαρχιώτικης φτώχειας. Οι κάτοικοι καταπιάνονται με την γεωργία (αμπελουργία, σιτηρά, μεταξουργία, καπνοκαλλιέργεια) ενώ οι γυναίκες του χωριού ύφαιναν χαλιά σε αργαλειούς που είχαν εγκαταστήσει στα σπίτια τους. Η υφαντουργία, που έσβησε σταδιακά από την περιοχή στα μέσα της δεκαετίας του ’70, υπήρχε ως παράδοση στο χωριό Φανός από τον καιρό της εγκατάστασης των προσφύγων στο χωριό και διαδόθηκε σταδιακά στα Πλάγια μεταπολεμικά.





Στο καρροποιείο του Ιωάννη Πασατσιφλικιώτη τη δεκαετία του 1960.
(Από το αρχείο της Αντωνίας Πασατσιφλικιώτη - Κούντιου)



Πλάγια -  Καροποιείο Ι. Πασατσιφλικιώτη (Δεκαετίες 1950 -  1960) (Πηγή: από το αρχείο της Αναστασίας Γκέρλοβα)


Οι ανέσεις που εξασφάλιζαν οι μεγάλες πόλεις βρίσκονται ακόμη μακριά απ' το χωριό, για παράδειγμα η ψυχαγωγία: μετεμφυλιακά, έρχονταν κατά καιρούς στο χωριό στρατιωτικό συνεργείο παραστάσεων θεάτρου σκιών κι έστηνε δωρεάν παραστάσεις Καραγκιόζη είτε στην πλατεία, στον τοίχο της εκκλησίας, είτε στον τοίχο του παλιού σχολείου (στο χώρο του σημερινού γραφείου της κοινότητας).


Πλαγιώτες μεταπολεμικά.  (Πηγή: από το αρχείο της Αναστασίας Γκέρλοβα)

Για την ολοκλήρωση της ανασυγκρότησης του χωριού χρειάστηκε να περάσουν τριάντα χρόνια μετά τον πόλεμο, με αποκορύφωμα προόδου τη δεκαετία του '70, την εποχή που ασφαλτοστρώθηκε ο κεντρικός δρόμος και το χωριό απόκτησε ρεύμα και νερό.
Με την μεταπολίτευση ξεκίνησε μια νέα κοινοβουλευτική περίοδος της κομματοκρατίας, του αναίμακτου διχασμού, που επηρέασε και την μικρή κοινωνία του χωριού. Η πόλωση για τα κομματικά συμφέροντα καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις σχέσεις μεταξύ των οικογενειών του χωριού, σε σημείο που να διαχωρίζονται με κομματικά κριτήρια ακόμα και τα καφενεία.
[Δείτε φωτογραφία από την πλατεία του χωριού την δεκαετία του 1980, στην ιστοσελίδα http://odeusiskilkis.gr/site/post/plagia_geitonia_tou_choriou_dekaetia_tou_1980 ]
Σήμερα στο χωριό ζουν μόνιμα περίπου 224 κάτοικοι οι οποίοι αποτελούν τα 109 νοικοκυριά του χωριού (απογραφή 2011) και λειτουργεί 2θέσιο δημοτικό σχολείο και κοινοτικό κατάστημα. Οι κυριότεροι λόγοι της πληθυσμιακής αποδυνάμωσης του χωριού είναι η μετανάστευση στο εξωτερικό (Γερμανία κλπ) τις δεκαετίες 1960 – 1970 και το ρεύμα της αστυφιλίας των δεκαετιών 1980 – 1990 όπου δεκάδες νέοι μετακινούνται στη Θεσσαλονίκη κατά κύριο λόγο και δευτερευόντως στις κοντινές κωμοπόλεις του νομού Κιλκίς (Αξιούπολη, Πολύκαστρο, Γουμένισσα) για βιοποριστικούς λόγους.
Νεολαία των Πλαγίων τη δεκαετία του '50 στο καφενείο του Αλμπάνη (Πηγή: από το αρχείο του Παναγιώτη Μποράκη)

Μεταπολεμικά οι Πλαγιώτες ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία αμνοεριφίων κι αγελάδων, με την καπνοκαλλιέργεια, με την καλλιέργεια δημητριακών και την μεταξοκαλλιέργεια. Τελευταία δοκιμάζεται από αρκετούς γεωργούς κι η καλλιέργεια ηλιόσπορων. 



Ο κάμπος την εποχή βλάστησης του ηλιόσπορου (αρχές Ιουλίου)


Η ταβέρνα, τα δύο παντοπωλεία, και τα δυο καφενεία αποτελούν τη μικρή εμπορική δραστηριότητα των κατοίκων του χωριού.

Σήμερα το χωριό παράγει εκλεκτό κόκκινο κρασί, άριστο τσίπουρο και γράπα. Το φτωχό αργιλώδες υπέδαφος, η ξηρότητα της ατμόσφαιρας και το μόνιμο αεράκι συνθέτουν την ιδανική συνταγή για την εξαιρετική ποιότητα τους.



Σχολική επιτροπή Πλαγίων τη δεκαετία του '60 (Πηγή: από το αρχείο της Σμαρώς Λαμπαδαρίου)


Η Τάξη του σχολείου των Πλαγίων στα μέσα της δεκαετίας του 1960.
(Από το αρχείο της Αντωνίας Πασατσιφλικιώτη - Κούντιου)


Την δεκαετία του 1980 ξεκινά στο χωριό η ανοικοδόμηση από συγχωριανούς που επιστρέφουν στο χωριό από το εξωτερικό και τη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα αυξάνεται και η κατοχή ΙΧ αυτοκινήτων.



Λόγω της υποχρεωτικής εννεαετούς φοίτησης στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση οι μαθητές μεταβαίνουν καθημερινά με τη συγκοινωνία του ΚΤΕΛ στο Γυμνάσιο της Αξιούπολης. Με τη βελτίωση των συνθηκών συγκοινωνίας (ΙΧ και ΚΤΕΛ) κάποιοι νέοι του χωριού αρχίζουν να βρίσκουν περιστασιακή εργασία στην Αξιούπολη, σε βιοτεχνίες και στη νυχτερινή διασκέδαση. 



Η πολιτική κατάσταση (κομματοκρατία, ψηφοθηρικά ρουσφέτια κλπ) ευνόησε τον διορισμό στο δημόσιο αρκετών νέων της περιοχής –πράγμα αδύνατο μέχρι τότε για λόγους απόστασης των κατοίκων από τα κέντρα εξουσίας- όμως παράλληλα επιδείνωσε το πρόβλημα της αστυφιλίας. 



Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 το χωριό και ολόκληρη η περιοχή αποτελεί κομμάτι της παραμεθόριας διαδρομής που χρησιμοποιούν χιλιάδες λαθρομετανάστες που εισρέουν μέσω της FYROM στην Ελλάδα από τις πρώην κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.



Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 άρχισαν να διαμένουν μόνιμα στο χωριό υπήκοοι της Αλβανίας, της FYROM και της Βουλγαρίας και να αποτελούν εργατικό δυναμικό στην γεωργία, την κτηνοτροφία και την οικοδομή. 



Λόγω της οικονομικής ευημερίας της δεκαετίας του 2000 η ανοικοδόμηση εξαπλώνεται κι έρχονται πλέον να κατοικίσουν στο χωριό κι άσχετοι με την περιοχή συμπατριώτες μας. Το ρεύμα της ανοικοδόμησης σταμάτησε απότομα λόγω της οικονομικής κρίσης του 2009.



Το καθιερωμένο -από 10ετίες- παζάρι της Αξιούπολης, που γίνεται κάθε Τετάρτη, εξακολουθεί να αποτελεί κοινωνικό και οικονομικό πόλο έλξης για την περιοχή. Παράλληλα όμως με το παζάρι της Αξιούπολης, οι κάτοικοι της περιοχής άρχισαν κατά τη δεκαετία του 2000 να επισκέπτονται συχνότατα τη γειτονική κωμόπολη της FYROM Γευγελή για αγορά ειδών πρώτης ανάγκης, για παροχή ιατρικών υπηρεσιών αλλά και ψυχαγωγίας στα καζίνο. Η οικονομική αιμορραγία του τόπου προς τα καζίνο της Γευγελή δεν σταμάτησε ούτε εν μέσω οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του 2010. 



Παρά την αύξηση της εγκληματικότητας στην περιοχή κατά τη δεκαετία του 2010 (κλοπές αυτοκινήτων και αγροτικών σύνεργων συγχωριανών, διαρρήξεις σπιτιών, εξαπατήσεις υπερηλίκων από επιτήδειους) γίνεται συγχώνευση των αστυνομικών τμημάτων, καταργείται το ΑΤ. Ειδομένης κι η αστυνόμευση της περιοχής γίνεται από το Α.Τ. Αξιούπολης. 



Το 2015 λόγω των συνθηκών που επικρατούν στην Ασία, (πόλεμος στη Συρία, εξάπλωση των Τζιχαντιστών κλπ) χιλιάδες προσφύγων ασιατικών χωρών εισέρευσαν από την Τουρκία στα ελληνικά νησιά και καθοδηγούμενοι από δεκάδες διεθνών κι εγχώριων Μ.Κ.Ο. που δρούσαν εκεί, μεταφέρθηκαν στην ηπειρωτική χώρα. Οι μάζες των μεταναστών καθοδηγήθηκαν από τις Μ.Κ.Ο. έτσι ώστε μέσω της περιοχής της Ειδομένης και των γύρω χωριών να προωθούνται προς την Βόρεια Μακεδονία για να μεταβούν στην κεντρική Ευρώπη. [1] Το γειτονικό κράτος, υπό την πίεση των περιστάσεων, έκλεισε τα σύνορά του με φράχτη και η Ειδομένη μεταβλήθηκε σε ένα τεράστιο camp προσφύγων και λαθρομεταναστών, με ότι συνεπάγεται για την πριοχή από άποψης εγληματικότητας και υγιεινής. Οι κάτοικοι και οι τοπικοί φορείς απευθυνόμενοι στο κράτος, εξέφρασαν τις ανησυχίες τους για την διαρκή υποβάθμιση της περιοχής, μέσω διαβημάτων, μέσω των εφημερίδων αλλά και μέσω εκδηλώσεων διαμαρτυρίας.[2] Τα πλάνα του καταυλισμού αυτού μεταδόθηκαν διεθνώς και η Ειδομένη έγινε γνωστή για τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης όσων βρέθηκαν συγκεντρωμένοι εκεί. Κατά τέλος Μαΐου 2016 το κράτος αποφάσισε τη λήξη της αποτροπιαστικής κατάστασης και εκκαθαρίστηκε η περιοχή.[3]



[1] https://www.in.gr/2015/08/19/greece/stin-eidomeni-tha-metaferthoyn-oi-2-000-metanastes-apo-tin-kw/
[2] https://www.enetpress.gr/diamartyria-ton-katoikon-tis-eidomenis/
[3]https://www.protothema.gr/greece/article/583114/i-eidomeni-prin-kai-meta-tin-ekkatharisi-tou-kataulismou/




Τα Πλάγια που έσβησαν...



Πλάγια - Ερείπια του πατρικού σπιτιού του Στέλιου Γρέτσα. (Πηγή: Αρχείο Θεόδωρου Π. Μποράκη - 2009)


Πλάγια - Ερείπια από το πατρικό σπίτι του Στέλιου Γρέτσα. (Πηγή: Αρχείο Θεόδωρου Π. Μποράκη - 2009)





 Πλάγια (Πηγή: Αρχείο Θεόδωρου Π. Μποράκη - 2009)



Πλάγια (Πηγή: Αρχείο Θεόδωρου Π. Μποράκη - 2009)





Πλάγια (Πηγή: Αρχείο Θεόδωρου Π. Μποράκη - 2009)



Πλάγια (Πηγή: Αρχείο Θεόδωρου Π. Μποράκη - 2009)


Πλάγια (Πηγή: Αρχείο Θεόδωρου Π. Μποράκη - 2009)



Υποδομές



Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, απέναντι από το παλιό κτήριο του σχολείου που είχε καταστραφεί από του Βούλγαρους το 1944, θεμελιώνεται και χτίζεται το νέο σχολείο του χωριού όπου υφίσταται μέχρι σήμερα.

Το σχολείο των Πλαγίων (2011). (Πηγή: Αρχείο Θεόδωρου Π. Μποράκη).




Το 1954 διαμορφώνεται ο χώρος της πλατείας στη σύγχρονη μορφή της, όπως αναγράφει και η μαρμάρινη πλάκα που αναρτήθηκε στον τοίχο της πλατείας για να θυμίζει πως: "Κατεσκευάσθη το έτος 1954, δαπάναις της Κοινότητος και την προσωπική εργασία των κατοίκων".

Ο χώρος της πλατείας είναι μια αλάνα υπερυψωμένη σε σχέση με την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, στο χώρο της γίνονται όλες οι πολιτιστικές εκδηλώσεις του χωριού ενώ γύρω της λειτουργούν τα εμπορικά καταστήματα του χωριού (καφενεία και παντοπωλεία).


  Πλάγια (Πηγή: Αρχείο Θεόδωρου Π. Μποράκη)


Ο κεντρικός δρόμος Ειδομένης - Αξιουπόλεως που ασφαλτοστρώθηκε κατά τη διάρκεια των ετών 1968 – 1969 διασχίζει το χωριό Φανός. Αρχικά, πριν από τις αρχές του αιώνα -με τη μορφή καρόδρομου- ο κεντρικός δρόμος παρέκαμπτε μέσα από τα Πλάγια (παραλείποντας το χωριό Φανός) διέσχιζε το αγίασμα της Αγίας Παρασκευής, διέσχιζε το εγκαταλειμμένο από τους κατοίκους του (κατά τις εχθροπραξίες στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου) χωριό Δρέβενο και συνέχιζε, όπως και σήμερα, διασχίζοντας το Μεγάλο Ρέμα (Κοτζά Ντερέ).


Πλαγιώτες που κατατάσσονται στρατιώτες (Ιανουάριος του '58) 
(Πηγή: από το αρχείο του Παναγιώτη Μποράκη)



Μεταπολεμικά διαμορφώνεται ο χώρος του γηπέδου ποδοσφαίρου ανατολικά του χωριού, στην τοποθεσία που βρίσκονταν το παλιό μουσουλμανικό νεκροταφείο.



Το 1970, σε χώρο παρακείμενο του γηπέδου, στην περιοχή της δενδροφυτείας, στα όρια του χωριού, χτίζεται νηπιαγωγείο για τα παιδιά του χωριού και των γύρω περιοχών το οποίο λειτούργησε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90.


Η περιοχή γηπέδου, η "βόλτα", η δενδροφυτεία και το παλιό νηπιαγωγείο στα Πλάγια  
(Πηγή: Αρχείο Θεόδωρου Π. Μποράκη)
  


Η περιοχή γηπέδου, η "βόλτα", η δενδροφυτεία τη δεκαετία του '60 (πριν χτιστεί το νηπιαγωγείο).
Απόσπασμα φωτογραφίας από το αρχείο της Αντωνίας Πασατσιφλικιώτη - Κούντιου)


Κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’80 μεταστεγάζεται το κατάστημα της Κοινότητας, από την περιοχή της εκκλησίας όπου στεγάζονταν προπολεμικά, και χτίζεται στην περιοχή του σχολείου, στο χώρο του παλιού σχολείου του χωριού.


Το κοινοτικό κατάστημα των Πλαγίων.   (Πηγή: Αρχείο Θεόδωρου Π. Μποράκη)


Το έτος 2007 κατασκευάστηκε στη διαδρομή Πλαγίων – Ειδομένης, η γέφυρα του Αξιού που ενώνει με οδικό άξονα την εθνική οδό Θεσσαλονίκης Ευζώνων με τα χωριά της περιοχής που υπάρχουν δυτικά του Αξιού ποταμού.




Πλαγιώτες και κοντοχωριανοί εργάτες στη σιδηροδρομική γραμμή (Δεκαετία του '50) (Πηγή: από το αρχείο του Παναγιώτη Μποράκη)

                                                                                                    Ο σιδηροδρομικός σταθμός Ειδομένης



«Πλαγιώτικο» λεξιλόγιο



Στην καθημερινότητά τους οι Πλαγιώτες, ιδιαίτερα κατά τις πρώτες γενιές τους, χρησιμοποιούσαν λεξιλόγιο, που οι νεότεροι και πιο αποκομμένοι απ’ το χωριό, το χαρακτηρίζουν «Πλαγιώτικο». Τα «Πλαγιώτικα» δεν ήταν άλλα από τα θρακιώτικα και τα μικρασιάτικα που τα μιλούσαν αιώνες πριν οι πρόγονοι στις αλύτρωτες πατρίδες. Έτσι μεταφέρθηκαν στου σύγχρονους τα «πλαγιώτικα» μέσα στα χρόνια κι ακούγονται ακόμα και μεταξύ νεώτερων λέξεις όπως: «Αχμάκης» που σημαίνει ανόητος, «Βίτσα» που σημαίνει βέργα, «Γανιάζω» που σημαίνει αγανακτώ, «Κατσιρντίζω» που σημαίνει τα χάνω, «Καλπαζάνης» που σημαίνει τεμπέλης, «Μισκίνης» που σημαίνει βρώμικος, «Μπατάκι» που σημαίνει κατακάθι, «Πίτσκο» που σημαίνει νόθο, μπάσταρδο, «Παρτάλης» που σημαίνει κουρελιάρης, «Σασκίνης» που σημαίνει γελοίος, «Σαψάλης» που σημαίνει όχι σταθερός στο βάδισμα και στα λόγια, «Χουσμετεύω» που σημαίνει υπηρετώ κι άλλες πολλές λέξεις.


Δείγματα του «πλαγιώτου» λεξιλογίου:

Το αντέτ: Η συνήθεια [Εκάμαμε κι εμείς τ’ αντέτ].

Το αντίδερο: Το αντίδωρο [Εγώ δε χορταίνω με τοσ’ μνιά β’κίτσα, σαν αντίδερο].

Ανασκουμπώνομαι: Γυρίζω τα μανίκια πάνω από τον αγκώνα. [Ανασκουμπώθ’κα να ζ’μώσω τς πίτες].

Αρκουδίζω: Βαδίζω στα τέσσερα. [Μην αρκουδίζεις παιδάκι μ’, και θα μας έρτ’ μουσαφίρ’ς].

Η βούβα: Η κωφαλαλία. [Τον ηύρε η βούβα και η κλειδοστομνιά].

Γανιάζω: Προσπαθώ πολύ. [Με γάνιασε ως να το σώσω].

Το έρμο: Εγκαταλελειμμένο, αδέσποτο. [Γυρίζ’ σαν ντο έρμο τ’  άλογο].

Ζαμακώνω: Χτυπώ δυνατά. [Τονε ζαμάκωσε δυό, αμα καλές].

Η Καλιώρα: Φόβητρο των παιδιών. [Να η Καλιώρα, έρχεται να σε πάρ’].

Καμώνομαι: Γίνομαι. [Να καμωθεί και να σκάσ’].

(Πηγή: Τόμος 13 (έτους 1940) και 15 (έτους 1941) του περιοδικού ΘΡΑΚΙΚΑ, ενότητα « Το Τσακήλι των Μετρών – Γλωσσάριον» του Κ. Χουρμουζιά



Πλαγιώτες τη δεκαετία του '60. (Πηγή: από το αρχείο του Παναγιώτη Μποράκη)




Χρήσιμες πληροφορίες για τα Πλάγια 



Το κοινοτικό διαμέρισμα Πλαγίων, διοικητικά υπάγεται στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, στη Νομαρχιακή ενότητα Κιλκίς, στο Δήμο Παιονίας - Δημοτικό διαμέρισμα Αξιουπόλεως κι αστυνομεύεται από το Αστυνομικό Τμήμα Αξιουπόλεως. 



Τα Πλάγια απέχουν οδικώς 1 ώρα περίπου από τη Θεσσαλονίκη, και 20 λεπτά περίπου από την κωμόπολη Αξιούπολη. Πρόσβαση στο χωριό υπάρχει μέσω 3 διαδρομών: 



α) Από Θεσσαλονίκη, απόσταση 78 χιλιομέτρων, μέσω της Εθνικής Οδού Θεσ/νίκης - Ευζώνων, όπου λίγο πριν το τελωνείο Ευζώνων υπάρχει πινακίδα: προς "ΕΙΔΟΜΕΝΗ" που κατευθύνει τους οδηγούς αριστερά, στο νέο δρόμο, όπου μετά τη γέφυρα του Αξιού ποταμού, πινακίδα: προς "ΠΛΑΓΙΑ" κατευθύνει αριστερά από την παλιά Επαρχιακή οδό Ειδομένης - Πλαγίων. 



β) Από Θεσσαλονίκη, απόσταση 88 χιλιομέτρων, μέσω της Εθνικής Οδού Θεσ/νικης - Ευζώνων, όπου στο ύψος των παλιών διοδίων υπάρχει πινακίδα: προς "ΠΟΛΥΚΑΣΤΡΟ" που κατευθύνει τους οδηγούς δεξιά, στην παλιά Επαρχιακή Οδό απ' όπου για να φτάσουν στα Πλάγια διέρχονται από τις κωμοπόλεις Πολύκαστρο, Αξιούπολη και από το χωριό Φανός. 



γ) Από την κωμόπολη του Νομού Πέλλης, Αριδαία, απόσταση 65 χιλιομέτρων, διασχίζοντας το όρος Πάικο, μέσω των χωριών Βορεινό, Νεοχώρι, Θηριόπετρα, Νότια, Περίκλεια, Αρχάγγελος, Σκρά, Φανός. 



Για διαμονή υπάρχουν ξενοδοχεία στις παρακάτω περιοχές: 



α) στην περιοχή Κοτζά Ντερέ, στον επαρχιακό δρόμο Αξιουπόλεως – Πλαγίων, δίπλα στη γέφυρα του ομώνυμου ρέματος, περίπου 10 λεπτά από τα Πλάγια, 



β) στην κωμόπολη Πολύκαστρο, 25 περίπου λεπτά από τα Πλάγια, 



γ) στην κωμόπολη Γουμένισσα, 30 περίπου λεπτά από τα Πλάγια, 



δ) στο χωριό Εύζωνοι, 20 περίπου λεπτά από τα Πλάγια, 



ε) ενοικιαζόμενα δωμάτια στο χωριό Σκρά, 30 περίπου λεπτά από τα Πλάγια. 



Στο χωριό λειτουργούν: ψησταριά, παντοπωλείο και καφενεία, όπου κατά την κυνηγετική περίοδο γίνονται στέκια συνάντησης και φιλοξενίας των κυνηγών. 

Τοπικά προϊόντα (κρασί, τσίπουρο, γράπα κλπ) διατίθενται στους ενδιαφερόμενους επισκέπτες από τους ίδιους τους παραγωγούς του χωριού. 

Από το 2009, στους χρήστες internet του χωριού, παρέχεται η δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης από το δίκτυο axioupoli.hotspot. 



Το γεωγραφικό στίγμα του χωριού είναι: 41.0763889ο, 22.4891667ο 



Τοπικές εκδηλώσεις 



Στις 26 Ιουλίου γιορτάζει το χωριό σε μεγαλόπρεπο πανηγύρι την πολιούχο Αγία Παρασκευή. 



Κάθε χρόνο, κατά το μήνα Σεπτέμβριο, ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού διοργανώνει "Γιορτή Κρασιού". 



Χρήσιμα τηλέφωνα 



Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Κιλκίς - Γραμματεία: 23410 38400

IKA Αξιουπόλεως: 23430 31231

ΙΚΑ Πολυκάστρου: 23430 23003

Δήμος Παιονίας: 23433 50101

Δασαρχείο Γουμένισσας: 23430 42002, 41207

Αστυνομικό Τμήμα Αξιούπολης: 23430 31444

Αστυνομικό Τμήμα Ειδομένης: 23430 91163

Αστυνομικό Τμήμα Πολυκάστρου: 23430 23333

Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Ειδομένης Διοικητής: 23430 91288

ΚΕΠ Αξιούπολης: 23430 20676, 23430 20677

ΚΕΠ Πολυκάστρου: 23433 50820

Σταθμαρχείο ΚΤΕΛ Αξιούπολης: 23430 31313

Σταθμαρχείο ΚΤΕΛ Πολυκάστρου: 23430 22315

Ταξί Αξιούπολης: 23430 31242

Ταξί Πολυκάστρου: 23430 22380

Ειδομένη, Σιδηροδρομικός Σταθμός: 23430 91111

Τελωνείο Ειδομενης: 23430 91000

ΕΛΤΑ Ειδομένης: 23430 91030

Γενικά Αρχεία του Κράτους / Αρχεία Νομού Κιλκίς: 23410 29895



Κοινοτικό γραφείο Πλαγίων. Πλαγιώτες κατά τις εκδηλώσεις της "28ης Οκτωβρίου" το έτος 1972 
(Πηγή: από το αρχείο του Γεώργιου Ιωαννίδη)

Στοιχεία απογραφής του έτους 2011 από την Ε.Σ.Υ.Ε. σχετικά με τα Πλάγια

 
Απογραφή πληθυσμού Πλαγίων

Έτος απογραφής   Πληθυσμός
1928                      684
1940                      749
1951                      734
1961                      618
1971                      422
1981                      334
1991                      327
2001                      257
2011                      224

Στοιχεία απογραφής του Καρασινάν (Καρασινάνσι) το 1920 [τελευταία απογραφή με τους τουρκικους πληθυσμούς, πριν την εγκατάσταση των προσφύγων].