Σύγχρονη Παιονία - Μνημεία και Μουσεία

Πηγή χάρτη: Δήμος Παιονίας

[Προδημοσίευση από το βιβλίο "ΚΟΙΝΟΤΗΣ ΠΛΑΓΙΩΝ - Εν Παιονία Κιλκίς" που θα κυκλοφορήσει με ολοκληρωμένη ύλη, δωρεάν, σε ψηφιακή μορφή στις αρχές του 2022.]

Μουσείο Φυσικής Ιστορίας στην Αξιούπολη: Το μουσείο στεγάζεται στο παλαιό δημοτικό σχολείο της Αξιούπολης, σε μικρή απόσταση από το κέντρο της πόλης. Το μουσείο, που διοικείται από την Εταιρία Ανάπτυξης Πολιτισμού - Τουρισμού Αξιούπολης, αναπτύσσει ενεργό δράση στους τομείς της μελέτης του φυσικού περιβάλλοντος και της διαφύλαξης της πολύτιμης κληρονομιάς του φυσικού πλούτου της περιοχής. Περιλαμβάνει συλλογές με θέμα το περιβάλλον και το φυσικό πλούτο της περιοχής και ευρύτερα. Τα εκθέματα του μουσείου παρουσιάζονται στις ενότητες: βοτανική, πανίδα, γεωλογία, παλαιοντολογία, πετρώματα & ορυκτολογία. Δ/νση: Αξιούπολη, Τ.Κ. 61400, Τηλέφωνο 23430 31656, Fax: 23430 31484, Email: museumax@otenet.gr

Αρχαιολογικός χώρος Ευρωπού[1]: Ο χώρος βρίσκεται δίπλα στο χωριό Ευρωπός. Οι ανασκαφές έφεραν στο φως την αρχαία νεκρόπολη και την προϊστορική της πόλη, η οποία κατοικήθηκε από τον 6ο αιώνα π.Χ. μέχρι το τέλος της αρχαιότητας. Ανάμεσα στα ευρήματα που αποδεικνύουν την μεγάλη σημασία της αρχαίας πόλης και τις επαφές της με την υπόλοιπη Ελλάδα βρίσκεται και ο περίφημος Κούρος. Πρόκειται για κυκλαδίτικης τεχνοτροπίας άγαλμα σημαντικού πολίτη σε φυσικό μέγεθος, που εκτίθεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Κιλκίς. Εντός του αρχαιολογικού χώρου, στην αρχική τους θέση θα δείτε εντυπωσιακούς ρωμαϊκούς τάφους, από τους οποίους οι περισσότεροι είναι ακτέριστοι. Στους κτερισμένους βρέθηκαν αγγεία, όπλα,

εργαλεία, κοσμήματα, νομίσματα και ειδώλια, που μας δίνουν πληροφορίες για τα ταφικά έθιμα της εποχής. Η επίσκεψη στον αρχαιολογικό χώρο Ευρωπού

είναι δυνατή μόνο κατόπιν επικοινωνίας με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Κιλκίς 2310 801402, 23410 22477 efakil@culture.gr

Ταφικός τύμβος στη Μεσιά: Βρίσκεται στην χώρα της αρχαίας Ευρωπού κι έχει διάμετρο 32 μέτρων και ύψος 5 μέτρα. Αποτελεί πιθανότατα τάφο επιφανούς μέλους της περιοχής κατά τον 3ο ή 4ο αιώνα π.Χ.[2]

Μουσείο Α΄ Παγκοσμίου πολέμου – Μάχης Σκρα, στο Σκρα: Το μουσείο λειτουργεί από τον Μάϊο του 2002 σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο. Η έκθεση του Μουσείου, παρουσιάζει κειμήλια, φωτογραφίες και ιστορικά έγγραφα από το Μακεδονικό Μέτωπο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου καθώς και από την καθοριστική για τους Έλληνες νικηφόρα μάχη του Σκρα την πασίγνωστη νικηφόρα μάχη της 17ης Μαϊου του 1918 (Μάχη Σκρα), μια από τις σκληρότερες του Μακεδονικού Μετώπου. Για την επίσκεψη στο μουσείο απαιτείται προγραμματισμός ραντεβού με το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας.[3]

Τηλέφωνο 23430 31656, Fax : 23430 31484 e-mail: museumax@otenet.gr

Λαογραφικό μουσείο Γουμένισσας: Το 1991, ο Χρήστος και η Κατερινα Αλευρά ιδρύουν ένα μουσείο λαογραφίας στην Γουμένισσα, μια γραφική μικρή πόλη στο νομαρχιακό διαμέρισμα του Κιλκίς 85 χλμ από Θεσσαλονίκη. Στεγάζεται σε ένα νέο διώροφο κτήριο στο δρόμο από Γουμένισσα προς το κοντινό χωριό Γρίβα, και ο σκοπός του είναι να συντηρήσει την λαϊκή παράδοση και τον πολιτισμό και να μυήσει τη νεώτερη γενιά στα μυστικά και τις ομορφιές του λαϊκού Πολιτισμού. Δ/νση: Δημητρίου Κακάβου 18, τηλέφωνο 23430 41362/ 41525.

Λαογραφικό μουσείο Γοργόπης: Η έκθεση παρουσιάζει αντικείμενα οικιακής χρήσης (αργαλειό, πινακοτές κ.α.) που έφεραν οι κάτοικοι, από τις αλησμόνητες πατρίδες (Μ. Ασία, Πόντο, Θράκη) και τα χρησιμοποιούσαν μέχρι τη δεκαετία του ’70 και του ’80. Για την επίσκεψη στο μουσείο απαιτείται να προγραμματιστεί ραντεβού με το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας. Τηλέφωνο 23430 31656, Fax: 23430 31484, e-mail: museumax@otenet.gr

Στρατιωτικό νεκροταφείο πεσόντων Σκρα -Ραβινέ στην Αξιούπολη - Το στρατιωτικό νεκροταφείο της Αξιούπολης βρίσκεται δίπλα στο Δημοτικο νεκροταφείο αλλά έχει ξεχωριστή είσοδο. Στο στρατιωτικό νεκροταφείο έχουν ταφεί μαχητές και στελέχη του ελληνικού στρατού που έπεσαν μαχόμενοι στις μάχες του Σκρα και του Ραβινέ. Στην είσοδο του νεκροταφείου υπάρχουν μαρμάρινες επιγραφές που αναφέρουν: (αριστερά της εισόδου) "Στρατιωτικόν νεκροταφείον πεσόντων εις Σκρα και Ραβινέ (1916 - 1918)". (Δεξιά της εισόδου) "Ανηγέρθη υπό Κοινότητος Αξιουπόλεως τη συνεισφορά των κατοίκων και τη ευγενή συμβολή τού Διοικητού υποτομέως Αξιού Μπασιάκου Σωτηρ. 1939".[4]

Βρετανικό κοιμητήριο στο Πολύκαστρο: βρίσκεται δίπλα στα δημοτικά κοιμητήρια Πολυκάστρου. Σε μαρμάρινες πλάκες, δεξιά κι αριστερά της εισόδου, αναγράφονται: «ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΟΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΝ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟΝ. Η γη όπου κείται το κοιμητήριον τούτο, φόρος ευγνωμοσύνης του ελληνικού λαού, εδόθη προς αιωνίαν ανάπαυσιν των κατά τον πόλεμον 1914 – 1918 ενδόξως πεσόντων μαχητών των συμμαχικών στρατών. Τιμή και δόξα εις αυτούς». Και ομοίως στην Αγγλική γλώσσα: «BRITISH MILITARY CEME-TERY The land on which this cemetery stands in the free gift of the Greek people for the perpetual resting place of thode of thw allied armies who fell in the war of 1914 - 1918. And are honoured here.»[5]

Μεταβυζαντινό λουτρό Πολυκάστρου -  Πρόκειται για ανασκαφή ανάδειξης του μεταβυζαντινού λουτρού Πολυκάστρου 14ου αιώνα. Η τοιχοποιία του μνημείου που είναι ανάλογη με τη Βυζαντινή κι αυτή των πρώιμων Οθωμανικών κτισμάτων της Θεσσαλονίκης, Βέροιας, Σερρών, το τοποθετεί χρονολογικά στην πρώιμη Τουρκοκρατία. Βρίσκεται στη νότια πλευρά του Πολυκάστρου, στην οδό Πάϊκου, κοντά στην έξοδο προς την Παλαιά εθνική οδό Θεσσαλονίκης Ευζώνων.

Άλλα μνημεία της Παιονίας:[6] [7] 

•Το παλαιό διδακτήριο Γουμένισσας που χτίστηκε το 1894 με δαπάνες του προύχοντα Θάνου Ζελέγκου και στέγασε το πρώτο ελληνικό σχολείο κατά την Τουρκοκρατία κι αργότερα, στον Μεγάλο Πόλεμο, αποτέλεσε νοσοκομείο του γαλλικού στρατού. 

•Το διασυμμαχικό μνημείο 1916-1918 στην περιοχή Ευζώνων. 

•Το μνημείο πεσόντων 1917-1918 στην Αξιούπολη που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Δημοσθένης Γ. Παπαγιάννης από την Αθήνα, το έτος 1926. 

•Το μνημείο πεσόντων 1/5/1917, στο λόφο Ραβινέ, έξω από το χωριό Χαμηλό. 

•Το μνημείο πεσόντων 1918, στο Σκρα. Το μνημείο Γάλλων πεσόντων 1916-1917 στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, στο παλιό χωριὸ Δρέβενο. 

•Το μνημείο  Γάλλων πεσόντων 1916-1917 στην περιοχή Τσάνγκα στο χωριό Φανός. Η βρύση στην κεντρική πλατεία της Γουμένισσας που κατασκεύασαν οι Γάλλοι στρατιώτες το 1918 σε ανάμνηση των νεκρών συμπατριωτών τους στις μάχες της περιοχής. 

•Το γαλλικό ταφικό μνημείο στη Γουμένισσα. 

•Το μνημείο ηρώων Εθνικών Αγώνων Πολυκάστρου, στο κέντρο της πόλης. 

•Το ελληνικό στρατιωτικό κοιμητήριο στην Αξιούπολη. 

•Ο Ναός Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μικρού Δάσους που κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου είχε μετατραπεί σε νοσοκομείο από τον Βρετανικό στρατού. 

•Τα απομεινάρια του παλιού Ναού Αγίου Γεωργίου στο Πευκόδασος που κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου είχε μετατραπεί σε νοσοκομείο από τον γαλλικό στρατό.



[2] Εφημερίδα «Ναυτεμπορική» της 22 Ιανουαρίου 2021.

[3] Βλάσης Βλασίδης  – Μεταξύ μνήμης και λήθης. Μνημεία και κοιμητήρια του Μακεδονικού Μετώπου – Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα – Θεσσαλονίκη 2016.

[4] Βλασίδης Βλάσης – Μεταξύ μνήμης και λήθης – Μνημεία και κοιμητήρια του Μακεδονικού Μετώπου – Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα – Θεσσαλονίκη 2016.

[5] Βλασίδης Βλάσης – Μεταξύ μνήμης και λήθης – Μνημεία και κοιμητήρια του Μακεδονικού Μετώπου – Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα – Θεσσαλονίκη 2016.

[6] Στο ίδιο


Ο ξεριζωμός των Ελλήνων της Στρώμνιτσας (Αύγουστος 1913)




 

ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΡΩΜΝΙΤΣΑ ΣΤΟ ΚΙΛΚΙΣ

Η ελευθερία για τους Στρωμνιτσιώτες διήρκεσε μόλις ένα μήνα, από τις 27 Ιουνίου 1913 που απελευθερώθηκε η πόλη από τον ελληνικό στρατό μέχρι τις 28 Ιουλίου που επικυρώθηκε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου. Η αναγγελία της επιδίκασης της επαρχίας Στρωμνίτσης στη Βουλγαρία προκάλεσε πανικό και απελπισία, τόσο στους Έλληνες όσο και στους μουσουλμάνους κατοίκους της. Η απόφαση που επικράτησε αμέσως ήταν να φύγουν όλοι, εγκαταλείποντας τα πάντα. Οι πιο πολλοί την τήρησαν. Οι λίγοι που έμειναν, το έκαναν με βαριά καρδιά διατηρώντας αμυδρές ελπίδες ότι τα πράγματα θα καλυτερεύσουν στο μέλλον.
Από τις 31 Ιουλίου ο δρόμος από τη Στρώμνιτσα προς τη Δοϊράνη είχε αρχίσει να γεμίζει ασφυκτικά από ανθρώπους κάθε ηλικίας που κατευθύνονταν στην Ελλάδα. Οι Στρωμνιτσιώτες, αδυνατώντας να εκποιήσουν τα υπάρχοντά τους, προσπάθησαν να πάρουν μαζί τους ό,τι μπορούσαν. Ελάχιστα πράγματα όμως κατάφεραν τελικά να διασώσουν, αφού τα διαθέσιμα μεταγωγικά δεν επαρκούσαν για τη μεταφορά 30-35 χιλιάδων ανθρώπων.
Μέχρι τις 7 Αυγούστου είχαν εγκαταλειφθεί 13 από τα 32 χωριά της Στρώμνιτσας, ενώ η πόλη της Στρώμνιτσας είχε εγκαταλειφθεί από τα ¾ των κατοίκων και όσοι είχαν απομείνει ανέμεναν εναγωνίως μεταγωγικά για να αναχωρήσουν κι αυτοί.
Η μετανάστευση τόσων χιλιάδων ανθρώπων έγινε με τρόπο τραγικό. Μικρά ή μεγάλα καραβάνια από χριστιανούς και μουσουλμάνους εγκατέλειπαν χωρίς να το θέλουν τους τόπους που γεννήθηκαν, τους ναούς και τα τεμένη τους, τα χωράφια και τους κήπους τους, τα φτωχικά ή πλούσια σπίτια τους. Στο δρόμο για την ελευθερία, τους συντρόφευε η καταπόνηση του ταξιδιού, η αγωνία για το άγνωστο, οι σκέψεις για το παρελθόν που άφηναν πίσω τους. Πως θα μπορούσε να περιγράψει κανείς τα δυστυχή αυτά όντα; Τις κατάκοπες γυναίκες με τα μωρά στην αγκαλιά τους που σωριάζονταν καταγής από την κούραση και αναλύονταν σε δάκρυα και γοερούς λυγμούς κάτω από τα απορημένα μάτια των παιδιών τους. Τους άντρες με χαρακωμένα από το μόχθο και τον πόνο πρόσωπα που περπατούσαν με σκυμμένα τα κεφάλια αναλογιζόμενοι το σπίτι τους, τους εγκαταλειμμένους τάφων των προγόνων τους, τα παρατημένα χωράφια τους. Τα παιδιά που γαντζώνονταν τρομαγμένα στα φουστάνια των μανάδων τους. Τους γέροντες και τις γερόντισσες με τα βουβά χείλη και τα απλανή βλέμματα που κατέπνιγαν τον πόνο τους μετρώντας τη δυστυχία που τους βρήκε σε αυτή την ηλικία. Οι γηραιότεροι από αυτούς επικαλούνταν σιωπηλά το θάνατο, που κάτω από τέτοιες συνθήκες σίγουρα δεν θα αργούσε να έρθει.
Στις 10 Αυγούστου, ημέρα Σαββάτου, οι εναπομείναντες Στρωμνιτισώτες έβαλαν φωτιά πρώτα στα σχολεία και την εκκλησία και έπειτα στα σπίτια τους. Τα ωραία οικοδομήματα, το ένα μετά το άλλο, σωριάζονταν σε ερείπια από τις φλόγες που κατέστρεφαν τα πάντα. Το μόνο που απέμενε όρθιο ήταν η ιστορία αιώνων που κάλυπτε το υπερνέφελον πολίχνιον που περιέγραψε ο Νικηφόρος Γρηγοράς. Ιστορία που ξεκινούσε από Άστραιον των αρχαίων, συνεχιζόταν με την Τιβεριούπολη και τη Στρουμίτζα των Βυζαντινών και έφτανε μέχρι την ηρωική Στρώμνιτσα του Μακεδονικού Αγώνα.
Πού όμως επρόκειτο να εγκατασταθούν αυτοί οι άνθρωποι; Στις 14 Αυγούστου τηλεγράφημα από τη Θεσσαλονίκη διαβεβαίωνε ότι η εγκατάσταση των Στρωμνιτσιωτών θα γίνει τελικά στο Κιλκίς. Επιτροπή Στρωμνιτσιωτών μαζί με τον μητροπολίτη τους Αρσένιο και το λοχαγό του πεζικού Βλάσιο Τσιρογιάννη, παρουσιάστηκε στο Γενικό Διοικητή Μακεδονίας Στέφανο Δραγούμη για να συζητήσουν το ζήτημα της εγκατάστασης των προσφύγων. Ο Δραγούμης δήλωσε στην επιτροπή ότι είχε αποφασίσει η εγκατάσταση των Στρωμνιτσιωτών να γίνει στην περιφέρεια του Κιλκίς και τους ενημέρωσε ότι ορίστηκαν επιτροπές που θα φρόντιζαν για τη μεταφορά των προσφύγων, τη σταδιακή τους εγκατάσταση, την κατασκευή παραπηγμάτων, την επισκευή των σπιτιών που δεν είχαν καταστραφεί εντελώς και την τοπογραφική αποτύπωση του τόπου εγκατάστασης τους. Ο Δραγούμης τους ενημέρωσε επίσης ότι στο Κιλκίς θα εγκατασταθούν και οι Μελενικιώτες «οίτινες θα αποτελέσουν ιδιαίτερον συνοικισμόν, χωριζόμενοι από την Νέαν Στρώμνιτσαν δια λεωφόρου».

Πηγή: Απόσπασμα από το δίτομο έργο του Θανάση Βαφειάδη "Χρονικό του Κιλκίς 1913 - 1940", Ιδιωτική έκδοση, Κιλκίς, 2013.

Τα Πλάγια μέσα από δημοσιεύματα - Μακεδονία 10 Αυγούστου 1927


 

Δημοσίευμα της εφημερίδας Μακεδονία[1] το 1927, αναφέρεται στην περιοχή «Από την Γουμένισσαν – Οι παραμεθόριοι – Αι δοκιμασίαι των. […] την 1ην Αυγούστου, περιήλθον τους παραμεθορίους συνοικισμούς έναντι της Γευγελής, Μαγιαδάγ, Καρασινάν, Σλοπ, Αλτσάκ και Σέχοβον. Αι εντυπώσεις μου δε υπήρξαν απογοητευτικαί εκ της επελθούσης, τρομεράς καταστροφής όλων των ειδών των καλλιεργειών των λόγω της εξακολουθούσης εισέτι ανομβρίας αφ’ ενός, αφ’ ετέρου δε εκ της εφετεινής αποτυχίας της συροτροφίας και των χαμηλών τιμών εις ας επώλησαν τα κουκούλια των. Εξαιρέσει του Σεχόβου που ήτο επιτυχής η σιτοπαραγωγή όλοι οι άλλοι προαναφερθέντες συνοικισμοί υπέστησαν καταστροφήν ανωτέραν πάσης περιγραφής. Τα κουκούλια των απέδοσαν κατά κυτίον 5-10 οκάδας με τιμήν πωλήσεως 60-63 δρχ. κατά οκάν. Από τα σιτηρά των ούτε τον σπόρον δεν συναπεκόμισαν. Όλαι αι οψιμοκαλλιέργειαι κατεστραμμέναι. Αι άμπελοί των κατεστραμμέναι εκ της φυλλοξήρας και της ανομβρίας. Γενικώς δε είναι τοιαύτη καταστροφή σαν να επέρασεν εκείθεν ο δαίμων της κολάσεως…». 




[1] Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ της 10 Αυγούστου 1927

Σιδηροδρομικός σταθμός Ειδομένης

 


Σιδηροδρομικός σταθμός Ειδομένης. Ο μεθοριακός σταθμός της Ειδομένης στα σύνορα με το κράτος των Σκοπίων (Δ.Β.Μ.), αποτελεί μία από τις βασικές σιδηροδρομικές πύλες της Ελλάδας προς τις βαλκανικές χώρες και την Κεντρική Ευρώπη.


Ιστορικά στοιχεία των ελληνικών σιδηροδρόμων:

Το 1872 εγκαινιάζεται η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης - Μητρόβιτσας από την εταιρεία Χιρς (Hirch) μήκους 362 χιλιομέτρων[1] και ξεκινά τη λειτουργία του ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Καρασουλίου (Πολυκάστρου). [2]


Την 29 Αυγούστου 1921 αποφασίστηκε από το Ελληνικό Κράτος να ιδρυθεί υπηρεσία Τελωνείου στο Σέχοβο (Ειδομένη) Παιονίας (Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ της 29 Αυγούστου 1921).




[1] «Ιστορία του Κιλκίς» Γιώργος Εχέδωρος, Κιλκίς 1996.

[2] http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF



Πλαγιώτικα έθιμα - Το πανηγύρι των Πλαγίων (Ι.Ν. Αγ. Παρασκευής)

Νεαροί Πλαγιώτες και Πλαγιώτισσες διασκεδάζουν υπαίθρια στο καφενείο του Καλαμάτα (ίσως στο πανηγύρι του χωριού). Πιθανόν τη δεκαετία του '60. Από δεξιά διακρίνονται: 1. ο Χρήστος Μποράκης, 2. ο Γρηγόρης Γκέρλοβας, 3... (Από το αρχείο της κ. Αναστασίας Γκέρλοβα).


Πανηγύρι  του  Ι.Ν. Αγίας Παρασκευής - Στις 26 Ιουλίου γιορτάζει το χωριό την πολιούχο Αγία Παρασκευή, την προστάτιδα του χωριού Μπογάζκιοϊ από τις αλησμόνητες πατρίδες. Την εικόνα της Αγίας Παρασκευής την έφεραν στο Καρασινάν ευλαβικά οι πρόσφυγες του χωριού τις μέρες της προσφυγιάς, και την τιμούν με ιδιαίτερη ευλάβεια κάθε χρόνο.


Ο Ιερός Ναός Αγίας Παρασκευής Πλαγίων. Από το αρχείο του Θεόδωρου Π. Μποράκη.

Οι πανηγυρικές εκδηλώσεις διατηρούνται ως έθιμο από το παρελθόν, απὸ τὀτε που τα γλέντια διαρκούσαν μέχρι και τρεις μέρες και προσέλκυαν το ενδιαφέρον ντόπιων και κοντοχωριανών που συμμετείχαν στις εκδηλώσεις, μετακινούμενοι από τα χωριά τους με όποιο μέσο διέθεταν. Σύμφωνα με τα λεγόμενα των παλιών, έρχονταν ακόμα και με τα πόδια, ιδιαίτερα από τα χωριά Φανός και Χαμηλό που βρίσκονται πλησιέστερα. Ιδιαίτερα πριν τον πόλεμο που υπήρχαν στα Πλάγια καμιά δεκαριά καφενεία, την παραμονή της γιορτής, το χωριό γίνονταν κέντρο αναφοράς όλης της περιοχής. Οι κάτοικοι του χωριού διοργάνωναν αγώνες παραδοσιακής πάλης με συμμετοχὴ παλικαριών του χωριού και  της  γύρω περιοχής με έπαθλα καλοθρεμμένα ζυγούρια.



Εικόνισμα της Αγία Παρασκευής του Ι.Ν. Αγίας Παρασκευής Πλαγίων Παιονίας
Πηγή φωτογραφίας: Θοδωρής Π. Μποράκης.


Το Αγίασμα της Αγίας Παρασκευής - Σε απόσταση 2 χιλιομέτρων νοτιανατολικά από τα Πλάγια και σε ειδυλλιακή τοποθεσία, με πλατάνια και ρέμα, υπάρχει το αγίασμα της Αγίας Παρασκευής. Την κατάφυτη εκείνη τοποθεσία διέσχιζαν παλαιότερα οι κάτοικοι των χωριών της περιοχής που κατευθύνονταν στο χωριό Δρέβενο και στη συνέχεια στην Αξιούπολη.
Οι παλαιότεροι θυμούνται τα μεγάλα γλέντια που γίνονταν εκεί αλλά και τις προτροπές των γονέων τους να τους φέρουν αγίασμα να ραντίσουν τα χωράφια για να γίνουν πιο γόνιμα, τα ζώα για να γίνουν πιο αποδοτικά και τις άτεκνες γυναίκες για να τεκνοποιήσουν.
Σύμφωνα με την παράδοση και με ισχυρισμούς πολλών κατοίκων του χωριού, η Αγία Παρασκευή πριν κάθε μεγάλο γεγονός (πολέμους, θεομηνίες κλπ) εμφανιζόταν πάντα για να εμψυχώσει και να προστατέψει του κατοίκους από κάθε κακό.


Το Αγίασμα της Αγίας Παρασκευής στη διαδρομή Πλαγίων - Δρέβενου. Από το αρχείο του Θοδωρή Π. Μποράκη

Το ματωμένο πανηγύρι του ’46 - Ήταν οι συνέπειες του μεγάλου διχασμού που έμελλε να χτυπήσουν το χωριό και να μαυροφορέσουν Πλαγιώτικες οικογένειες τις μέρες του ματωμένου πανυγηριού του 1946. Ήταν ανήμερα της Αγιας Παρασκευής στις 26 Ιουλίου όταν με απόφαση του Στρατοδικείου εκτελέστηκε στα Γιαννιτσά μεταξύ άλλων ο Πλαγιώτης Γεώργιος Μουτσάκης που ήταν μέλος των αντάρτικων ομάδων της Αριστεράς. Μερικές μέρες αργότερα στις 29 Ιουλίου οι αντάρτες δολοφόνησαν τον πρόεδρο του χωριού Γρηγόριο Μαμτζαδέρη και τον αγροφύλακα Νικόλαο Σμυρλίδη στη διαδρομή Πλαγίων – Αξιουπόλεως λίγο πριν το Κοτζά Ντερέ.   


Πλαγιώτες. Από το αρχείο της κ. Αναστασίας Γκέρλοβα.

Σήμερα, οι εκδηλώσεις, γίνονται όπως και τότε στην πλατεία και οργανώνονται από τους καταστηματάρχες που διατηρούν ψησταριές και καφενεία. Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, πέρα από τις ερασιτεχνικές κομπανίες που έπαιζαν λαϊκή μουσική μέχρι αργά τη νύχτα, παρουσιάζονται, ιδιαίτερα κατά την παραμονή της γιορτής, και τοπικοί παραδοσιακοί σύλλογοι γειτονικών περιοχών χορεύοντας στην πλατεία δημοτικούς χορούς. Η αίγλη των παλιών πανηγυριών, όπως και να έχει, χάθηκε μαζί με την γραφικότητα των πρώτων κατοίκων του χωριού, με τη θρακιώτικη ντοπιολαλιά (τα πλαγιώτ’κα, που λέμε...), με τις καλές φορεσιές τους, όπως ντύνονταν ο καθένας στο Μπογάζκιοϊ, στο Αρναούτκιοϊ, στην Αρτάκη ή στη Μεσόπολη. Χάθηκε η αίγλη των πανηγυριών μαζί με τις μουσικές που έπαιζαν οι πλάκες του γραμμόφωνου στο καφενείο του Γκέρλοβα, μαζί με το βιολί και το ούτι των μουσικάντηδων –μέσα σ’ εκείνες τις μουσικές που μέχρι και η Ρεβέκα τραγούδησε κάποτε (ξέρουν οι πολύ παλιοί πλαγιώτες...) και τα παλικάρια έστηναν μπροστά της το χορό μέσα στο καφενείο τού «Κουμπαράκη».


Ο εικονιζόμενος Γεώργιος Ιωάννου (Αδαμακης) ήταν ο παλαιότερος επαγγελματίας μουσικός από τα Πλαγια.
Πηγή φωτογραφίας: Κωνσταντίνος Ι. Πασχαλέρης.

Μουσικοί του χωριού - Μεταπολεμικά υπήρξαν χωριανοί που έπαιζαν μουσικά όργανα στο πανηγύρι και σε άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις: ο Βασιλάκης Καραολάνης (Τσαλκιτζής) έπαιζε ούτι, ο Αγγελής Ρέπος έπαιζε κλαρίνο, ο Γιώργος Ιωάννου (Αδαμάκης) έπαιζε βιολί, ο Απόστολος Πουλίδης κι ο Παναγιώτης Πασατσιφλικιώτης έπαιζαν ακορντεόν, ο Γιάννης Πασατσιφλικιώτης έπαιζε μπουζούκι και ακορντεόν, ο Κωνσταντίνος Γκιούρνταλης έπαιζε γκάιντα. Αργότερα, τη δεκαετία του ’80 ο Στέλιος Πλατής έπαιζε αρμόνιο, ενώ μπουζούκι παίζουν: ο Νίκος Γκιούρταλης, ο Καλούδης Γκιούρνταλης, ο Γιάννης Αρναουτίδης.

Πλαγιώτες μουσικοί. Από το αρχείο της κ. Αντωνίας Κούντιου Πασατσιφλικιώτη.


Τα γεγονότα του Ίλιντεν (20 Ιουλίου 1903)

Η εικόνα προέρχεται από την ιστοσελίδα voria.gr


Στις 20 Ιουλίου 1903, στον Περλεπέ, οι βουλγάρικες οργανώσεις των Βαρχοβιστών και των Σαντραλιστών με κοινή δράση οργάνωσαν την εξέγερση του Ίλιντεν.[1]

Σύμφωνα με τον Χρήστο Π. Ίντο: Η κινητικότητα των κομιτατζήδων οπλαρχηγών τις παραμονές του Ίλιντεν, της εξέγερσης που προετοίμαζαν για την ημέρα του Προφήτη Ηλία, 20 Ιουλίου 1903 και που συνίστατο στη δολοφονία Πατριαρχικών προς εκφοβισμό και στην πίεση προσήλυτων να προσχωρήσουν στην Εξαρχία, εφαρμόσθηκε στα χωριά της Γουμένισσας αρχής γενομένης από εκείνα του όρους Πάικου, Όσιν (Αρχάγγελος), Κούπα και Λιούμνιτσα (Σκρα), όπως αναφέρει ο Βρετανός γενικός πρόξενος Sir Alfred Biliotti προς τον Βρετανό επιτετραμμένο J. B. Whitehead από τη Θεσσαλονίκη στις 26 Ιανουαρίου 1903. Δολοφονία εξέχοντα Πατριαρχικού είχαμε στο χωριό Γερακάρτσι (Γερακώνα) καθώς και απειλές κατά του ιερέα των Λιβαδίων παπα-Νικόλα. …Τα χωριά στη νοτιοδυτική περιοχή της Γευγελής, Γοργόπ (Γοργόπη), Μποιέμιτσα (Αξιούπολη), Μπογδάντσα, Μπόρες (ή Μπόγρος), Στογιάκοβο, Ματσούκοβο κ.λπ., (κάποια από αυτά ανήκαν και ανήκουν και σήμερα στην επαρχία της Γουμένισσας), είναι μόνο εν μέρει εξαρχικά, αλλά τα χωριά του Γιανιτσέ Bαρδάρ, Kρίβα (Γρίβα), Μπαρόβιτσα (Καστανερή), Τσερναρέκα (Κάρπη), Πέτγες (Πεντάλοφο), Ράμνα (Ομαλό), Πέτροβο (Άγιος Πέτρος) (όλα της επαρχίας Γουμένισσας), μαζί με τα Κοφάλια (ή Κορφάλια) (Κουφάλια) στη Θεσσαλονίκη είναι εξ ολοκλήρου ορθόδοξα. [2]

Το πως έδρασαν οι κομιτατζήδες ώστε, κατά την εξέγερσή τους, να βλαφθεί ιδιαίτερα το ελληνικό στοιχείο της Μακεδονίας, φανερώνεται από την κατάληψη του Κρουσόβου: «…σύμφωνα με ελληνικές και σερβικές πηγές, ο βουλγαρομακεδών αρχικομιτατζής Ιβάνωφ, που πρώτος μπήκε με το σώμα του στο Κρούσοβο, διέταξε να σφάξουν 50 γυναικόπαιδα Τούρκων κι αρκετούς Έλληνες Γραικομάνους […] Στη μάχη του Κρουσόβου που είχε αρχίσει τα ξημερώματα της 22 Ιουλίου του 1903 έλαβον μέρος 80 κομιτατζήδες. Οι κομιτατζήδες με λάβαρα και φωνές «ελευθερία ή θάνατος»  περικύκλωσαν τους στρατώνες. Εκεί βρέθηκαν 60 Τούρκοι στρατιώτες… από αυτούς 17 κατάφεραν να διαφύγουν […] έτσι εγκαθιδρύθηκε στο Κρούσοβο η «Δημοκρατία του Κρουσόβου» για 10 μέρες! […] Τη δέκατη μέρα κι ενώ οι κομιτατζήδες εξαγόρασαν την επιβίωσή τους, με χρήματα που λήστεψαν από τους Έλληνες του Κρουσόβου, αποχώρησαν και άφησαν το Κρούσοβο στο έλεος του Μουχτάρ Πασά που πολιόρκησε το Κρούσοβο με 10.000 στρατό και 18 κανόνια. […] Οι Τούρκοι, αφού αποχώρησαν οι Βούλγαροι κομιτατζήδες, μπήκαν στο ελληνικό Κρούσοβο και κατέσφαξαν 300 άτομα, κατέστρεψαν 300 και λεηλάτησαν 600 σπίτια, πυρπόλησαν 200 καταστήματα και 1 εκκλησία».[3]

Σχετικό άρθρο του Ν. Μέρτζου: https://www.voria.gr/article/mertzos-i-exegersi-tou-ilinten---o-stochos-ke-i-apati



[1] «Ιστορία του Κιλκίς» Γιώργος Εχέδωρος, Κιλκίς 1996.

[2] [Χρήστος Π. Ίντος – Κέντρα οργάνωσης, δράσης και αντίστασης των Ελλήνων στον Ν. Κιλκίς κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα]. Ενότητα από το βιβλίο «Μακεδονικός Αγών» – Εκατό χρόνια από τον θάνατο του Παύλου Μελά (Επιστημονικό Συνέδριο) 12-13 Νοεμβρίου 2004. Συλλογικό. Εκδόσεις: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών. 2006

[3] «Αρχείον του Θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού – Τριμηνιαίον περιοδικόν σύγγραμα εκδιδόμενον υπό επιτροπής Θρακών -  Τόμος 26 – Εν Αθήναις 1961. «Δ΄- Η επανάσταση του «Ήλιν-ντεν» στη Μακεδονία» του Δ. Κ. Βογαζλή.

Πλαγιώτικα έθιμα - Προσκύνημα στο Αγίασμα του Προφήτη Ηλία στο "412"

Στην κορυφή του υψώματος 412. Οι παλιές εγκαταστάσεις του φυλακίου και στο βάθος δίπλα στο παρατηρητήριο το παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία. Πηγή εικόνας διαδίκτυο (από την σελίδα του κ. Δημήτριου Σπυρόπουλου στο facebook).

Αγίασμα του Προφήτη Ηλία στο «412» - Στην γιορτή του Προφήτη Ηλία, με παλλαϊκή συμμετοχή μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, οι κάτοικοι του χωριού ανηφόριζαν το ύψωμα 412 κι έφταναν στην κορυφή του, όπου βρίσκεται στρατιωτικό φυλάκιο, στο χώρο του οποίου υπάρχει το αγίασμα και εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Στο φυλάκιο, τις πρωινές ώρες, οργανώνονταν θρησκευτικές εκδηλώσεις, με την έλευση ιερέα και βαθμοφόρων του στρατού. Στα πλαίσια των εκδηλώσεων, υπήρχε δυνατότητα να σεργιανίσουν οι επισκέπτες την ευρύτερη περιοχή μέσα από το παρατηρητήριο του φυλακίου με τη βοήθεια στρατιωτικού τηλεσκοπίου. Το στρατιωτικό φυλάκιο του 412 σταμάτησε να λειτουργεί κι εγκαταλείφθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2010.



Εικόνα από το ύψωμα 412 (από το αρχείο του κ. Νικόλαου Αβραμίδη).

Μεταβυζαντινό λουτρό του 14ου αιώνα στο Πολύκαστρο

Άποψη του λουτρού (2021). 
Από το αρχείο του Θοδωρή Π. Μποράκη.

Μεταβυζαντινό λουτρό Πολυκάστρου - Πρόκειται για ανασκαφή ανάδειξης του μεταβυζαντινού λουτρού Πολυκάστρου 14ου αιώνα. Η τοιχοποιία του μνημείου που είναι ανάλογη με τη Βυζαντινή κι αυτή των πρώιμων Οθωμανικών κτισμάτων της Θεσσαλονίκης, Βέροιας, Σερρών, το τοποθετεί χρονολογικά στην πρώιμη Τουρκοκρατία. Βρίσκεται στη νότια πλευρά του Πολυκάστρου, στην οδό Πάϊκου, κοντά στην έξοδο προς την Παλαιά εθνική οδό Θεσσαλονίκης Ευζώνων.


Στην ιστοσελίδα eidiseis.gr αναφέρονται τα παρακάτω:

Το Λουτρό αποτελεί το μοναδικό ιστάμενο μεταβυζαντινό μνημείο του σημερινού Πολυκάστρου και είναι κηρυγμένο μνημείο (Υ.Α. YΠΠE/APX/B1/ Φ34/8275/213/26-2-81, ΦEK182/B/31-3-81).
Χωροθετείται εντός του παλαιού μικτού οικισμού χριστιανών και μουσουλμάνων του Πολυκάστρου, το οποίο σύμφωνα με οθωμανικό κατάστιχο του 1446 έφερε την ονομασία Ρουγκουνόβιτσε (Rugunovice).

Το Ρουγκουνόβιτσε είναι παλαιός βυζαντινός οικισμός και την εποχή αυτή ανήκε στο τιμάριο των Ουρούτς Χαν και Σούφι Ηλία, μαζί με το αταύτιστο χωριό Πασαρέλ και τη Ραχοβίτσα (σημ. Πευκοδάσος), κατοικούμενο από περίπου 60 μουσουλμάνους και 150 χριστιανούς. Η ονομασία του είναι ξενικού ετύμου και δηλώνει περιγραφικά την δίκην κέρατος επιμήκη όψη του οικισμού που αναπτυσσόταν παράλληλα με τον Αξιό ποταμό. Με την ίδια περίπου ονομασία, ως Ρογκονόφτσα, ο οικισμός αναφέρεται το 1530, οπότε αριθμούσε περίπου 110 μουσουλμάνους και 437 χριστιανούς, μια αναλογία που δηλώνει την ταχεία ακμή του και την άνοδο ιδιαίτερα του χριστιανικού στοιχείου.
Στα επόμενα πάντως χρόνια το Ρουγκουνόβιτσε απαντά στις πηγές και με την ονομασία Καρασούλι, είτε από το όνομα του τούρκου τιμαριούχου κατά το α΄ μισό του 15ου αιώνα, του Καρά Σούλε, γιος του οποίου ήταν ο Ορούτς Χαν, είτε ακόμη περιγραφικά, από το μαύρο (τουρκ. kara) χρώμα των νερών (τουρκ. su) του σημαντικού για την οικονομία της περιοχής, παρακείμενου, Αξιού ποταμού.
Στα χρόνια αυτά, και πιθανότατα στον 15ο αιώνα, εντάσσεται η ανέγερση του εμβληματικού για το Πολύκαστρο Λουτρού, το οποίο σήμερα στέκεται στην άκρη της σύγχρονης πόλης, απογυμνωμένο από το πλαίσιο του χώρου λειτουργίας του. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε τι υπήρχε στην στενή περιοχή του. Ασφαλώς, θα βρισκόταν κοντά σε σπίτια, με στόχο να εξυπηρετήσει τις ανάγκες καθαριότητας αλλά και κοινωνικής συναναστροφής των ιδιοκτητών τους, ή, ίσως, κοντά σε κάποιο τέμενος, ή άλλο δημόσιο κτήριο. Με βάση την μνημειακή τοπογραφία του οικισμού, η οποία τοποθετεί τον μεταβυζαντινό ναό του Προφήτη Ηλία (19ος αι.) στη χριστιανική συνοικία, αρκετά βορειότερα από το Λουτρό, αλλά και τον κοντινό προς δυσμάς ναό του Αγίου Αθανασίου (1885) σε περιοχή κατοικημένη από μουσουλμάνους, είναι βέβαιο ότι το Λουτρό βρισκόταν στον μουσουλμανικό μαχαλά.
Ενδείξεις οικιστικής χρήσης του χώρου δυτικά από το Λουτρό προσφέρει φωτογραφία του Γάλλου Φρεντερίκ Μπουασονά κατά το 1916, στην οποία, μαζί με το ήδη ερειπωμένο Λουτρό, αποτυπώνεται χαμηλό οίκημα. Σήμερα στον χώρο, όπως και σε όλη την περιοχή μέχρι τον Αξιό ποταμό, δεν υπάρχει καμία κατοικία, γεγονός σχετιζόμενο με τις κατά καιρούς πλημμύρες του ποταμού.
Το Λουτρό βρίσκεται δίπλα στον σημερινό επαρχιακό δρόμο Πολυκάστρου - Αξιούπολης και στον ίδιο οδικό άξονα με τον αρχαίο και μεσαιωνικό δρόμο που ένωνε τις δύο περιοχές, σε μια περιοχή του πλημμύριζε συχνά από τα νερά του Αξιού ποταμού.
Είναι δημόσιο λουτρό και αποτελείται από μικρές επαναλαμβανόμενες μονάδες, που στεγάζονται κάθε μία χωριστά με ανεξάρτητο θόλο. Οι χώροι του περιλαμβάνουν τον χλιαρό, τον θερμό (έναν κεντρικό και δύο ατομικούς βορειότερα από αυτόν), το αποτριχωτήριο, και το καμίνι με τη δεξαμενή του νερού στα βόρεια. Βόρειά του σώζεται, σε επίπεδο θεμελίων, χώρος για την τροφοδότηση της φωτιάς, ενώ νότιά του άλλος, ημιυπαίθριος, πιθανόν, για την αναμονή και προετοιμασία των επισκεπτών του. Υπολείμματα μιας λίγο μεταγενέστερης χρονικά κρήνης δυτικά του κτηρίου και σε επαφή με αυτό ορίζουν προς νότο ανοιχτό δώμα με πεζούλι ξεκούρασης των επισκεπτών και δάπεδο από αδρούς, μεγάλους λίθους, με δυσανάγνωστα χαράγματα σε έναν από αυτούς. Η διαδρομή του νερού προς το λουτρό, από κοντινή πηγή, με καθαρά νερά, ορίζεται από φρεάτιο και αγωγό παροχέτευσης του νερού βορειοανατολικά της.
Το Λουτρό είναι κτισμένο με ποταμίσιους λίθους και πλίνθους σε πλινθοπερίκλειστο σύστημα και διαθέτει είσοδο στη νότια πλευρά του. Οι χώροι του επικοινωνούν μεταξύ τους με θυραία ανοίγματα, με χαρακτηριστική οξυκόρυφη απόληξη, και οι επιφάνειες των τοίχων του καλύπτονται από παχύ υδραυλικό κονίαμα και επίχρισμα, στο οποίο με σκουρότερο χρώμα, στα ανώτερα μέρη, έχουν αποδοθεί ζωγραφικά τα νερά του μαρμάρου.
Στην τοιχοποιία του διακρίνεται το δίκτυο σωληνώσεων για την υδροδότηση και την θέρμανσή του, καθώς και οι εσωτερικοί αεραγωγοί, ενώ τμήματα υποκαύστων σώζονται σήμερα στους θερμούς χώρους. Ο περιορισμένος φωτισμός του από αστεροειδείς φωτιστικές οπές στην ανωδομή, φραγμένες με γυαλί παλαιότερα, διαγράφει την μυστηριακή, υδάτινα ομιχλώδη ατμόσφαιρα που θα είχε ο χώρος κατά τη χρήση του.
Το Λουτρό αποτελεί ένα σημαντικό μνημείο για τον βορειοελλαδικό χώρο. Η ποιότητα και η κομψότητα της κατασκευής του φανερώνουν εμπνευσμένο αρχιτέκτονα, που θα μπορούσε να σχετίζεται με μεγάλο αστικό κέντρο, ή, ειδικότερα, με την οικοδομική δραστηριότητα της Θεσσαλονίκης και των γειτονικών Γιαννιτσών.
Η παρουσία ενός καλού αρχιτέκτονα, ταυτόχρονα, υποβάλλει την παρουσία ενός σημαντικού κτήτορα, η ταύτιση του οποίου ενδεχομένως θα καταστεί εφικτή μετά από περαιτέρω έρευνα των πηγών.
Πηγή: Υπουργείο Πολιτισμού
Συντάκτης:
Δρ Μαγδαληνή Παρχαρίδου,
Αρχαιολόγος




Πηγή: https://www.eidisis.gr/politistika/metabyzantino-loytro-polykastroy-binteo-foto.html

Τοποθεσία "Τα στενά της τσιγγάνας"


Τα Στενά της Τσιγγάνας: Νοτιοδυτικά των Πλαγίων (3 χιλιόμετρα στην ευθεία το κοντινότερο σημείο των στενών από το χωριό), είναι η περιοχή που διαρέει ο Αξιός ποταμός ανάμεσα από βουνά. Τα στενά ξεκινούν μετά το χωριό Δογάνης στο ύψος της νέας σιδηροδρομικής γέφυρας του Αξιού και επεκτείνονται προς την Αξιούπολη, σε απόσταση 6 χιλιόμετρων, μέχρι τις εκβολές του Μεγάλου Ρέματος (Κοτζά Ντερέ) στον Αξιό. Τα στενά της Τσιγγάνας διέσχιζε και η σιδηροδρομική γραμμή στην παλιά διαδρομή Θεσσαλονίκης – Ειδομένης. Σε δημοσίευμα της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ[1] σχετικό με τις Γαλλογερμανικές μάχες στην περιοχή, τα στενά αναφέρονται με το τοπωνύμιο «Τσεγγενέ Μπαϊρί». Σε άρθρο της εφημερίδας ΜΑΧΗΤΗΣ[2] τα στενά αναφέρονται και με το τοπωνύμιο «Τσιγγενέ Δερβέν».

 


[1] Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ της 9 Μαρτίου 1916.

[2] Εφημερίδα ΜΑΧΗΤΗΣ (Κιλκίς) της 14 Μαρτίου 2018.

Καταπολέμιση της μάστιγας των ακρίδων στα Πλάγια (Καρασινάν) (εφημερίδα Μακεδονία 27/5/1927)


Το έτος 1927 εμφανίστηκαν στην περιοχή σμήνη ακρίδων που κατέστρεφαν τα σπαρτά. Στην εφημερίδα Μακεδονία του 1927[4] περιγράφεται η προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος από τον πληθυσμό. Το άρθρο με τίτλο «Καταπολέμισης της ακρίδος εν Βοεμίτση» που συνοδεύεται και από φωτογραφία των κατοίκων του Καρασινάν εν δράσει, περιγράφει: «Από της 1ης Μαΐου οπότε ενεφανίσθησαν και πάλιν αι ακρίδες εις τους προσφυγικούς συνοικισμούς Καρασινάν, Μαγιαδάγ και Αλτσάκ, διεξάγεται άγριος και εξοντωτικός εναντίον της μάστιγος ταύτης πόλεμος υπό την άμμεσον επίβλεψιν του Επιμελητού του Γ.Γ.Ε.Β. κ. Λουκή.

Εκ των πέντε συσταθέντων συνεργείων δύο εργάζονται εις Μαγιαδάγ, δύο εις Καρασινάν και έτερον εις Αλτσάκ. Η καταπολέμησις ενεργείται δια πετρελαίου και νάφθης, χρησιμοποιουμένων καταβρεκτήρων, ψεκαστήρων και φλογοβόλων μηχανημάτων (ως δεικνύει η παρατεθεμένη εικών, ληφθείσα επί τόπου). Μέχρι τούδε έχουσι καταναλωθεί 404 δοχεία πετρελαίου και νάφθης και ειργάσθησαν 388 άτομα των δύο συνοικισμών. Θα ήτο παράλειψις καθήκοντος αν δεν μνημονεύσωμεν ενταύθα την δραστηριότητα και προθυμίαν του Προέδρου της Κοινότητος Καρασινάν κ. Β. Τσαμπατζή όστις κατά πολύ συντελεί εις την ταχείαν αποπεράτωσιν της καταστροφής της ακριδοπλήκτου περιφερείας της ης προΐσταται κοινότητος ως και των αρχιεργατών Πατσατζή και Μαυροβουνιώτου». [Ε. Σταυρίδης]

Η μάχη του Σκρά (17 Μαΐου 1918)





Η Μάχη του Σκρα θεωρείται μια από τις σημαντικότερες νικηφόρες μάχες του ελληνικού στρατού στη διάρκεια του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου.



Κατάληψη του Σκρά. Χάρτες Γ.Ε.Σ.


Συγκεκριμένα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η περιοχή του Σκρα της ομώνυμης σήμερα περιοχής στο Νομό Κιλκίς είχε οργανωθεί αμυντικά από τους Βουλγάρους οι οποίοι και παρενοχλούσαν τα Συμμαχικά στρατεύματα ιδίως στην δυτικά του Αξιού ποταμού περιοχή. Έτσι αποφασίσθηκε από τον Γάλλο επικεφαλής, αρχιστράτηγο Γκυγιωμά η κατάληψη της περιοχής από μονάδες του ελληνικού Σώματος Στρατού Εθνικής Αμύνης, διοικητής των οποίων ήταν ο αντιστράτηγος Εμμανουήλ Ζυμβρακάκης. Η επίθεση διεξάχθηκε από πέντε συνολικά συντάγματα πεζικού, το 5ο και το 6ο της Μεραρχίας Αρχιπελάγους (υπό τον υποστράτηγο Ιωάννου), πλαισιούμενα δεξιά (Α) από το 7ο και 8ο της Μεραρχίας της Κρήτης (υπό τον υποστράτηγο Σπηλιάδη) και αριστερά (Δ) από το 1ο σύνταγμα της Μεραρχίας των Σερρών (υπό τον υποστράτηγο Επαμ. Ζυμβρακάκη), με συνολικό αριθμό 14.546 μαχητές πεζικού, υποστηριζόμενοι από 287 βαρέα και ελαφρά πυροβόλα. Οι Βούλγαροι διέθεταν επίσης πέντε συντάγματα πεζικού υποστηριζόμενα από ισχυρό βαρύ και ελαφρό πυροβολικό
.

Δημοσίευμα της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ της 18/5/1918 σχετικό με την κατάληψη του Σκρά.


Η μάχη
Στις 16 Μαΐου /29 Μαΐου του 1918 και από της 5ης ώρας πρωινής άρχισε η προπαρασκευή του ελληνικού πυροβολικού για την καταστροφή των διαφόρων αμυντικών εγκαταστάσεων ενώ τα συντάγματα που ήταν έτοιμα για την επίθεση εξόρμησαν το πρωί της επομένης (17 Μαΐου) καλυπτόμενα από κινητό φραγμό του πυροβολικού. Η Βουλγαρική αντίδραση ήταν επίσης ισχυρή πλην όμως η ορμή του ελληνικού στρατού ήταν τόση που υπερφαλάγγισε την βουλγαρική αντίσταση και στις 06.30 το Σκρα είχε καταληφθεί. Βέβαια οι Βούλγαροι υπερασπίσθηκαν με πείσμα τις θέσεις τους και το απόγευμα της 17ης Μαΐου επεχείρησαν λυσσώδεις αντεπιθέσεις ιδίως κατά του 5ου Συντάγματος πεζικού της Μεραρχίας της Κρήτης που όλες όμως τελικά αποκρούσθηκαν.


Προτομή Ταγματάρχη Παπαγιάννη Βασίλειου στο Σκρά.


Απώλειες
Οι απώλειες όμως υπήρξαν βαρύτατες. Ο συνολικός αριθμός των απωλειών του ελληνικού στρατού ήταν νεκροί: 29 Αξιωματικοί και 412 οπλίτες, και τραυματίες: 69 Αξιωματικοί και 2135 οπλίτες. Το μεγαλύτερο αριθμό απωλειών είχε η Μεραρχία Αρχιπελάγους με Αξιωματικούς νεκρούς 24, τραυματίες 54 και οπλίτες νεκρούς 314 και τραυματίες 1723.


Λάφυρα
Οι ελληνικές Μεραρχίες παρά τις βουλγαρικές αντεπιθέσεις διατήρησαν το κατακτηθέν έδαφος. Αιχμαλώτισαν 2.045 Βουλγάρους και περιήλθαν σ΄ αυτές ως λάφυρα 32 πυροβόλα και 12 βομβιδοβόλα χαρακωμάτων του εχθρού.


Αποτέλεσμα
Η "Νίκη του Σκρα" όπως αναφέρεται στην ελληνική στρατιωτική ιστορία εξέπληξε τόσο τους συμμάχους όσο και τους εχθρούς. Με δεδομένο τη πολύ καλή οχύρωση των βουλγαρικών δυνάμεων που υποστηριζόταν με πολυάριθμο πυροβολικό, η θέση τους θεωρούταν απρόσβλητη και ύστερα μάλιστα από την αποτυχία που είχε σημειώσει ένα χρόνο πριν, τον Μάρτιο του 1917, η 122α γαλλική Μεραρχία στη προσπάθειά της να την εξουδετερώσει. Κανείς από τους συμμάχους δεν περίμενε να δει να διασπάται από την ορμή των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων μια τέτοια οχύρωση σ΄ ένα μέτωπο μήκους 12 χλμ και βάθους 1-2 χλμ με συνέπεια την πλήρη κυριαρχία. Η Βουλγαρική διοίκηση παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες επανακατάληψης και τις σφοδρές αντεπιθέσεις της δεν κατάφερε να επανακτήσει τις θέσεις της.

Η δε Γαλλική διοίκηση διαπίστωσε επίσης πως αν τελικά ο ελληνικός στρατός περιοριζόταν απ΄ την αρχή, μόνο στη κατάληψη της προεξοχής των βουλγαρικών θέσεων της Χούμας ίσως το αποτέλεσμα να είχε δώσει ακόμη και σημαντικά στρατηγικά αποτελέσματα. Η νίκη του Σκρα θεωρήθηκε ισχυρότατο πλήγμα για τους Βουλγάρους και μέγα κατόρθωμα του ελληνικού στρατού. Συγκεκριμένα ο αρχιστράτηγος των συμμαχικών δυνάμεων στρατηγός Γκυγιωμά, που είχε εν τω μεταξύ αντικαταστήσει τον στρατηγό Σαράιγ από τον προηγούμενο Δεκέμβριο, χαρακτήρισε το ελληνικό πεζικό ως "πεζικό απαράμιλλης ανδρείας και έξοχης ορμητικότητας".


Πηγές
Νεώτερο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ηλίου τ.17ος σ.32
Στρατιωτική Ιστορία νεώτερης Ελλάδος ΔΕΚ/ΓΕΣ εκδ. 1980
Βικιπαίδεια: Η μάχη του Σκρά

Μνήμα του Ταγματάρχη Παπαγιάννη στην κορυφή του όρους Σκρά.



Αξιούπολη - Στρατιωτικό νεκροταφείο πεσόντων στο Σκρά και στο Ραβινέ (1916 - 1918)

 










Το στρατιωτικό νεκροταφείο της Αξιούπολης βρίσκεται δίπλα στο Δημοτικο νεκροταφείο αλλά έχει ξεχωριστή είσοδο. Στο στρατιωτικό νεκροταφείο έχουν ταφεί μαχητές και στελέχη του ελληνικού στρατού που έπεσαν μαχόμενοι στις μάχες του Σκρα και του Ραβινέ. Στην είσοδο του νεκροταφείου υπάρχουν μαρμάρινες επιγραφές που αναφέρουν: (αριστερά της εισόδου) "Στρατιωτικόν νεκροταφείον πεσόντων εις Σκρα και Ραβινέ (1916 - 1918)". (Δεξιά της εισόδου) "Ανηγέρθη υπό Κοινότητος Αξιουπόλεως τη συνεισφορά των κατοίκων και τη ευγενή συμβολή τού Διοικητού υποτομέως Αξιού Μπασιάκου Σωτηρ. 1939".

Φωτογραφίες: Το στρατιωτικό κοιμητήριο Αξιουπόλεως. Από το αρχείο του Θοδωρή Π. Μποράκη (2021).


Η περιοχή της γέφυρας του Κοτζά Ντερέ στη διαδρομή Αξιούπολη - Πλάγια

 


Το ποτάμι Κοτζά Ντερέ (Μεγάλο Ρέμα) από την γέφυρα του ποταμού (2009) στη διαδρομή Αξιούπολη - Πλάγια. Από το αρχείο του Θοδωρή Π. Μποράκη.


Το Μεγάλο Ρέμα (Κοτζά Ντερέ) είναι ποτάμι που πηγάζει από την περιοχή του Σκρα. Τα νερά του γεμίζουν μαζί με άλλους χείμαρρους το τεχνητό φράγμα «Μεταλλείου» στην Πηγή, για να καταλήξουν στα «Στενά της Τσιγγάνας» στον Αξιό ποταμό. 
Παλιά επικρατούσε στην περιοχή η φήμη σχετικά με το «Κοτζά Ντερέ» ότι είναι χρυσοφόρο. Κατά την εποχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το ποτάμι βρισκόταν στο κέντρο των επιχειρήσεων των αντιμαχόμενων δυνάμεων για το λόγο αυτό κατασκευάστηκαν σημαντικές υποδομές κατά μήκος του (γεφύρια, σιδηροδρομικό δίκτυο, καταυλισμοί στρατιωτών κλπ). 

Μετά την κατασκευή της νέας γέφυρας της διαδρομής Αξιουπόλεως – Ειδομένης αλλά και Αξιουπόλεως - Σκρά (την παλιά γέφυρα την ανατίναξαν τον Ιανουάριο 1947 οι αντάρτες) και την ασφαλτόστρωση του δρόμου στις αρχές της δεκαετίας του ’70, η περιοχή της γέφυρας του Κοτζά Ντερέ έγινε επισκέψιμος τόπος εκδρομέων κατά την Πρωτομαγιά και την Καθαροδευτέρα.


Η γέφυρα του Κοτζά Ντερέ (2020) στη διαδρομή Πλαγίων - Αξιουπόλεως. Από το αρχείο του Θεόδωρου Π. Μποράκη.

1 Μαΐου 1917 Η μάχη του Ραβινέ

Το μνημείο της μάχης Ραβινέ στην κορυφή του ομώνυμου υψώματος στο χωριό Χαμηλό στην Παιονία Κιλκίς. Από το αρχείο του Θοδωρή Π. Μποράκη.


Από την ιστοσελίδα www.eidiseis.gr παρατίθεται άρθρο του Νίκου Σιάνα σχετικό με τη μάχη του Ραβινέ στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρει: «Αρχές του 1917 το Μακεδονικό Μέτωπο εκτείνονταν από τις εκβολές του Στρυμώνα, λίμνη Δοϊράνη, Ακρίτα, Μεταμόρφωση, Φανός, Σκρα, Όσσιανη και Αρχάγγελος, μέχρι τη λίμνη Πρέσπα. Παρά όμως τους σκληρούς αγώνες μεταξύ Σεπτεμβρίου 1916 και αρχές του 1917 η γραμμή του Μακεδονικού Μετώπου έμεινε αμετάβλητη.
Τον Φεβρουάριο του 1917 οι σύμμαχοι αποφασίζουν να επιτεθούν εκ των νώτων στις εχθρικές θέσεις σ’ όλο το μήκος του Μακεδονικού Μετώπου, η κύρια όμως επίθεση θα γινόταν στο κέντρο της Συμμαχικής διάταξης, δηλαδή μεταξύ Δοϊράνης και Σκρα προκειμένου να αποκατασταθεί η συννένωση των Σερβικών και Ελληνικών εδαφών. Στην περιοχή αυτή, οι Βούλγαροι είχαν δημιουργήσει προκεχωρημένες και πολύ καλά οχυρωμένες θέσεις, μια τέτοια οχυρότατη θέση είχαν και στο λόφο Ραβινέ. Ύστερα από την εκδίωξη των Βουλγάρων από τις θέσεις που κατείχαν στα χωριά Σλοπ (Δογάνη) Καρά Σινάτσι (Πλαγια), Τζέοβο (Ειδομένη) ξεκινά στις 22-23 Απριλίου (5 Μαΐου) η επίθεση κατά της οχυρότατης τοποθεσίας Ραβινέ, αφού είχαν προηγηθεί προσπελάσεις και καταλήψεις θέσεων γύρω από αυτή, με διοικητή του 1ου Συντάγματος Σερρών του Αντ/ρχη Ζαφειρίου Νικόλαο. Η απόσταση μεταξύ Βουλγαρικών θέσεων και Ελληνικών ήταν μόλις 1200 μ. Μετά τις παραπάνω ενέργειες την κατάληψη του Ραβινέ ανέλαβε το 2ο Τάγμα του Συντ/τος υπό τον Λοχαγό Γουλιανό Γρηγόριο.


Λοχαγός Γρηγόριος Γουλιανός από τον Παλαμά Καρδίτσας, πρωταγωνιστής στην κατάληψη του Ραβινέ.


Η επίθεση ξεκίνησε στις 4.35 το ξημέρωμα και κάτω από σφοδρό βομβαρδισμό του εχθρικού πυροβολικού και μέσα σε λίγα λεπτά το Ελληνικό Πεζικό αιφνιδιάζοντας με την ορμητικότητα του τους Βούλγαρους έγινε κύριος του λόφου, συλλαμβάνοντας αιχμαλώτους 60 άνδρες μεταξύ αυτών και 5 Γερμανούς. Οι Βούλγαροι συνέχιζαν τον βομβαρδισμό του Ραβινέ προκαλώντας τεράστιες απώλειες στο Ελληνικό Τάγμα, σχεδόν το 75% της δύναμης του είχε τεθεί εκτός μάχης, με λίγα πυρομαχικά και καθόλου νερό.
Γύρω στις 14.00 το μεσημέρι προσπάθησαν με αντεπίθεση να ανακαταλάβουν το Ραβινέ αλλά απέτυχαν συνέχισαν όμως τον βομβαρδισμό μέχρι τη νύκτα.
Η κατάληψη του λόφου Ραβινέ ήταν για τους συμμάχους σε πρώτη προτεραιότητα, οι Γερμανοί είχαν οχυρώσει και εγκαταστήσει παρατητήριο από το οποίο είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθούν όλες τις κινήσεις και οργανώσεις των Συμμάχων. Οι απώλειες όμως των Ελλήνων ήταν βαρύτατες, 5 αξιωματικοί, 51 οπλίτες νεκροί, 9 αξιωματικοί 225 οπλίτες τραυματίες.
Ας είναι αυτή η ιστορική αναδρομή μια μικρή συμβολή στη μνήμη αυτών των Ελλήνων.

Το ύψωμα Ραβινέ βρίσκεται περίπου 1.000 μέτρα δυτικά - βορειοδυτικά του χωριού Χαμηλό Παιονίας στο Νομό Κιλκίς.