Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΟΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΟΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η Παιονία στην ποίηση (μικρή ανθολογία)

Σεπτέμβριος 2026

Η Παιονία στην ποίηση
Πτυχές της ζωής, της ιστορίας και της φύσης της Παιονίας αποτυπώθηκαν στα ποιήματα παλιών και νέων ποιητών.
Στη μικρή αυτή ανθολογία καταγράφηκαν, ως πηγές έμπνευσης των δημιουργών: ο Αξιός ποταμός, το όρος Πάικο, η Γουμένισσα, το Σκρα, τα Μεγάλα Λιβάδια, τα "Στενά της Τσιγγάνας" κλπ.
Διαβάστε παρακάτω ενδεικτικά 23 ποιήματα γραμμένα για τον τόπο μας από τους ποιητές: Γιώργο Αθάνα, Γ. Βαφόπουλο, Ντίνο Χριστιανόπουλο, A. Aric, Σάκη Αθανασιάδη, Θοδωρή Βοριά, Χρήστο Π. Ίντο, Άγγελο Καρούσο, Ελένη Κοφτερού, Μαριάννα Κρόντη, Μάρκο Μέσκο, Γιάννη Μυτιληναίο, Στρατή Παρέλη, Γιάννη Ποταμιάνο, Χρήστο Σαμαρά, Χρήστο Τουμανίδη,  Ηλία Τσέχο,  Α. Πετρίτη, Ελένη Φρεγγίδου.
Θα είναι μεγάλη μου χαρά όταν ολοκληρωθεί η ανθολογία αυτή να κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο ελεύθερα σε ψηφιακή μορφή ώστε να την αποκτήσουν δωρεάν οι αναγνώστες της ποίησης αλλά και οι λάτρεις της ιστορικής περιοχής μας. Όπως μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω στις σελίδες του προλόγου που ανάρτησα, ήδη ανακαλύψαμε 46 ποιήματα από 27 ποιητές και ποιήτριες, όπου μαζί με τις απαραίτητες σημειώσεις που συνοδεύουν κάθε έργο αλλά και τις συνοπτικές επεξηγήσεις τοπωνυμίων της περιοχής μας, συμπληρώνουν μέχρι στιγμής τις 97 σελίδες του ψηφιακού βιβλίου.

Η αναζήτηση ποιητικών έργων σχετικών με την περιοχή Παιονίας συνεχίζεται.

Θοδωρής Π. Μποράκης


[1]

Γιὰ τὸν ἀπαγχονισθέντα ἀπὸ τοὺς κομιτατζῆδες, δάσκαλο Ἰωάννη Πίτσουλα (Γεώργιος Ἀθάνας) 1918 - 1919 [1]

Τὸ πλατάνι, ποὺ σὲ βρῆκαν κρεμασμένο
μὲ ἀναρίθμητες στὰ στήθη σου πληγές,
γιγαντώθηκε καὶ μὲ ἄνθη στολισμένο
τ’ ἀντικρίζουν οἱ ζηλιάρες μας ψυχές.

Ἐγονάτισα στῆς ρίζας του τὸ χῶμα
κι’ ὅσα ἐρχόσουνα νὰ εἰπεῖς σ’ αὐτὴ τὴ γῆ,
Τά ’χω νοιώσει! κι ἂν δὲν πρόφτασε τὸ στόμα
τὰ ρητόρεψε τοῦ τάφου σου ἡ σιγή!

Χρόνια πέρασαν ὁ σπόρος τῆς ἰδέας
νὰ μᾶς δώσει τοὺς μεγάλους του καρπούς.
Μὰ τὰ πρῶτα ἐδῶ ξεδίπλα τῆς Σημαίας
στοὺς δικούς σου ἀποκρυνότανε σπασμούς!


[1] Ἱστοσελίδα «Γουμένισσα» http://www.goumenissa.eu/5sugrafeis.htm
[2] Στὶς 21 Νοεμβρίου 1904, ἔξω ἀπὸ τὴ Γουμένισσα, ἡ βουλγαρικὴ συμμορία κομιτατζήδων τοῦ Ἀποστὸλ Πέτκωφ δολοφόνησε τὸν δάσκαλο Ἰωάννη Πίτσουλα. Ὁ νέος δάσκαλος ποὺ εἶχε ἀποφοιτήσει ἀπὸ τὸ Διδασκαλεῖο τῆς Ἀθήνας, θέλησε νὰ διοριστεῖ σὲ σχολεῖο τῆς Μακεδονίας. Διορίστηκε στὴ Γουμένισσα ὅπου εἶχε ἐγκατασταθεῖ στὰ τέλη Ὀκτωβρίου 1904, ἕνα μήνα πρὶν τὴ δολοφονία του!


#


[2]

Στὸ μεγάλο ρεῦμα τοῦ Ἀξιοῦ (Γεώργιος Βαφόπουλος)[1]

Πόσες φορὲς στὸ ρεύμα σου, μεγάλε, ἐρχόμουν, ποταμέ,
τὰ παιδικά μου ὀνείρατα στὸ φλοίσβο σου νὰ πλέκω.
Ἄλλη τρανότερη εὐτυχία ποτὲ δὲ στάθηκε γιὰ μέ,
στὸ ἐπίσημό σου πέρασμα μ’ ἔκσταση θεία νὰ στέκω.

Ἡ ἑλληνικὴ παράδοση νύμφη δὲ σοῦ ’δωκε καμιά,
συντρόφισσα λαχταριστή, κι οὔτε κὰν φαῦνο φίλο.
Ὅμως τὸ ρεῦμα, ὅταν ξεσπᾶ στὴν ἄγριά σου ἀκροποταμιά,
ξυπνᾶ μαζὶ καὶ τὸν ἀρχαῖο τοῦ Κράλη Μάρκου θρὺλο.


[1] Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «Τὸ ρόδα τῆς Μυρτάλης» (1931), Γ. Θ. Βαφόπουλος «Ἄπαντα τὰ ποιητικά», Θεσσαλονίκη, ἐκδ. Παρατηρητής, 1990.

#


[3]

Περσικὰ δῶρα (Ντίνος Χριστιανόπουλος)[1]

Λένε πὼς γύρω στὰ 600 π.Χ. οἱ Πέρσες
ἀνακάλυψαν τὰ ἄρβυλα. Μὲ αὐτὰ διείσδυσαν
σιγὰ σιγὰ σ’ ὅλο τὸν κόσμο ἀρχίζοντας
ἀπ’ τὴν Ἑλλάδα, ὅπως μαθαίνουμε
ἀπ’ τὸν Αἰσχύλο καὶ τὸν Εὐριπίδη.
Μὰ πιὸ πολλὰ σπουδάσαμε
στὸ ἴδιο τὸ Βαρδάρι.

Ἀλλὰ καὶ τὸ Βαρδάρι εἶναι λέξη περσική.
Προέρχεται ἀπὸ μιὰ τουρκοπερσικὴ φυλή,
τοὺς Βαρδαριῶτες, ποὺ ὁ βασιλιὰς τοῦ Βυζαντίου
Θεόφιλος, τὸ 837, τοὺς νίκησε
καὶ τοὺς μετέφερε κοντὰ στὸν Ἀξιό,
λίγο πιὸ πάνω ἀπ’ τὴ Θεσσαλονίκη.

Οἱ νέοι κάτοικοι ὀνόμασαν τὸν ποταμὸ Βαρδάρη,
κι ἀπὸ αὐτὸν πῆρε τὸ ὄνομά του
ὄχι μόνο ὁ ἀέρας ποὺ κάνει ἄνω κάτω τὴ Μακεδονία
ἀλλὰ κι ἡ ἴδια ἡ ἀμαρτωλὴ πλατεία τῆς Θεσσαλονίκης.

Ἀρβύλες καὶ Βαρδάρι, λοιπόν,
τὰ δύο ἀνεκτίμητα περσικὰ δῶρα
πρὸς τὴν ἐρωτικὴ Θεσσαλονίκη·
αὐτὴν ποὺ ξέρει νὰ αἰσθάνεται
μονάχα ὅ,τι λατρεύει.
 



[1] Ντίνος Χριστιανόπουλος «Παράξενο, ποῦ βρίσκει τὸ κουράγιο κι ἀνθίζει», Ἐκδόσεις Αἰγαῖον, 2010.

#


[4]

Βαρδάρης (A. Aric)


Μὲ τὰ νερὰ ἐρωτεύομαι ποὺ τρέχουν στὰ ποτάμια
καὶ τὰ πικρὰ τὰ ντέρτια μου τοὺς ἐξομολογιέμαι.
Μὲ νανουρίζει τὸ γλυκὸ καὶ θεῖο κελάρυσμά τους
καὶ μοῦ περνοῦν τὰ βάσανα μὲ τὴ γοργὴ ροή τους.
Βαρδάρη, τῆς Μακεδονίας ἐστάθηκες ἡ μάννα.
Σ’ ἐσένα ἡ φαντασία μου πετάει σὰν πεταλούδα.
Ἀπάνω στὰ ψηλὰ βουνὰ ξεχύνονται οἱ πηγές σου
καὶ ἤρεμα τρέχουν, καθαρά, γαλήνια, τὰ νερά σου.
Κάτω στὸν κάμπο τὸν πλατὺ κυλᾶς θολὸ ποτάμι
καὶ πλημμυρίζοντας συχνὰ χωριὰ καὶ χῶρες πνίγεις.
Τὸ ρέμα σέρνει τῶν παιδιῶν τὶς κούνιες στὴν ὁρμή του
καὶ κάνει νὰ μοιρολογοῦν ἑκατοντάδες μάννες.
Μικρὰ παιδάκια ἀκούγαμε τὸν ζωντανὸ τὸν θρύλο,
πὼς πιάσανε στὴ Γευγελὴ κούνιες μὲ τὶς φασκιὲς τους.
Ποτάμι, ἐσύ ἀνελέητο, τοῦ ὀλέθρου ἐσύ, ποτάμι.
Ὅμως τριγύρω σου ζωὴ καὶ χαρμονὴ σκορπίζεις.
Τριάντα τρία στὸ πνεῦμα μου σ’ ἔχω κλεισμένο χρόνια.
Πολλὲς φορὲς σ’ ἀτένισα μέσα στὰ ὀνείρατά μου.
Κι ἀπ’ τὴν ἡμέρα ποὺ μικρὸς ἐπέρασα κοντά σου,
ἀχνάρια ἐτύπωσες βαθιὰ μὲς στὴν ἀθώα ψυχή μου.
Μιὰ μέρα θὰ γενεῖς πηγὴ εὐημερίας γιὰ ὅλους
καὶ θὰ σκορπᾶς τριγύρω σου παντοῦ τὴν εὐτυχία.
Στὰ διάφανά σου τὰ νερὰ θὰ λάμπει τὸ φεγγάρι
καὶ θά ’ρχονται χαρούμενοι, παιδιά, γυναῖκες κι ἄντρες.
Εἶν’ ἕνας χρόνος ποὺ ξανὰ κοντά σου ἔχω περάσει.
Μαγεύτηκα. Δὲν χόρταινα ὧρες νὰ σὲ κοιτάζω.
Ἀπόλαυσα ἀτενίζοντας τὰ ὁρμητικά σου ρεῖθρα.
Καὶ εἶχα βυθιστεῖ βαθιὰ στὴ φοβερή σου δίνη.
Μὰ τώρα πού ’μαι μοναχὸς πολὺ μακριὰ ἀπὸ σένα,
γιατί δὲ μὲ τραβᾶς ξανὰ στὶς ὄχθες στὰ νερά σου;

(Ἀπόδοση ἀπὸ τὸ τουρκικὸ κείμενο Κώστας Γαβριηλίδης)[1]

[1] Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Μορφὲς» τχ.1, Ὀκτώβριος 1948.

#


[5]

Παιονία (Σάκης Ἀθανασιάδης)[1]


Ἀπ’ τὴ σιωπὴ μὲ λίγες λέξεις
Θὰ σκαρφαλώσω στὸ λόφο Ἄνοιξη
Πίνοντας μὲ τὸ βλέμμα πράσινο
Ἀτέλειωτο φῶς.
Θὰ μαζέψω λίγο κόκκινο χῶμα
Τὸ αἷμα τῆς ἱστορίας
Καὶ ἄνεμο.
Ἀπ’ τὰ μυστικὰ τοῦ Ἀξιοῦ
Στὴν πλάτη ἑνὸς κορμοῦ
Θὰ φτάσω στὴ θάλασσα
Μὲς στὸ Αἰγαῖο νὰ σκορπίζω
Τὶς μυρωδιὲς τῆς πατρίδας μου.


[1] Σάκης Ἀθανασιάδης, ποιητικὴ συλλογὴ «Ὁ μικρὸς ἥλιος κι ἄλλα ὄνειρα τοῦ δρόμου», 2014.

#


[6]

Στὴν δική μου πατρίδα (Σάκης Ἀθανασιάδης)[1]

Ἡ δική μου πατρίδα ἔχει ἥλιο
Κόκκινα σύννεφα ποὺ μυρίζουν βοριὰ
Ἔχει ἄρωμα ἀπὸ χῶμα στὰ καφενεῖα
Καὶ κάρβουνα τοῦ ἐμφυλίου
Ἀνάμεσα στὶς σπασμένες πέτρες

Στὴν δική μου πατρίδα
Τὰ τρυγόνια τῆς ἄνοιξης χορεύουν στὸ φῶς
Κι ὅταν κουρνιάζουν στὶς λεῦκες
Ἀκοῦνε τὸ τραγούδι τοῦ Ἀξιοῦ

Ἡ δική μου πατρίδα εἶναι τὸ μάτι ἑνὸς φακοῦ
Στὴ σιωπὴ τοῦ χειμώνα
Τὰ ἐρειπωμένα φυλάκια στὸ χιόνι
Τὰ τρακτὲρ ποὺ οὐρλιάζουν σὰν σκυλιὰ
Τὸ φιλὶ τῆς βροχῆς

Ἀσπίδες ἀπὸ χιόνι ἔχουν στὴν δική μου πατρίδα
Γιὰ νὰ γλυτώσουν ἀπ’ τὸν μεθυσμένο ἥλιο
Γιατὶ τὸ πολὺ φῶς πονάει
Αὐτοὺς ποὺ ἀγάπησαν μόνο τὰ μάτια τους.



[1] Σάκης Ἀθανασιάδης, ποιητικὴ συλλογὴ « Τὸ δαχτυλίδι τῆς ἐλευθερίας», ἰδιωτικὴ ἔκδοση, 2020.

#


[7]

Ἄφησε τὸν ἀγέρα νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸ Σκρὰ (Θοδωρὴς Βοριᾶς)[1]


Ἄφησε τὸν ἀγέρα νὰ κατεβαίνει
μανιασμένος ἀπὸ τὸ Σκρά.
Νὰ περνάει ἀπὸ τὶς λόγχες τῶν φρουρῶν
καὶ νὰ ξεσκίζεται,
νὰ λερώνει μὲ σκόνη τὶς στολές τους
καὶ νὰ θαμπώνει τὸ φεγγάρι.

Κοίταξέ τους·
στρατιῶτες ποὺ δὲν καπνίζουνε νωχελικὰ
τὰ φθηνά τους τσιγάρα,
στρατιώτες ποὺ δὲν μιλοῦν

γιὰ τρυφερὰ κορμιά.

Κοίταξέ τους·
στέκουν ἀκίνητοι
κι ἀφουγκράζονται τὸν ἄνεμο
ποὺ ψιθυρίζει ὀνόματα
νεκρῶν συντρόφων τους
στὸν Πολικὸ Ἀστέρα.
 

[1] Θοδωρὴς Βοριᾶς, ποιητικὴ συλλογὴ «Χαμένες ψηφίδες», ἰδιωτικὴ ἔκδοση, Θεσσαλονίκη, 2012.

#


[8]

Τὰ στενὰ τῆς Τσιγγάνας (Θοδωρὴς Βοριᾶς)


Τὸν Ἀξιὸ ν’ ἀκοῦς
ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὴ Γευγελή...
φίδι ποὺ σέρνεται στὸ χάρτη.

Τὸν Ἀξιὸ ν’ ἀκοῦς
καὶ τῆς «Τσιγγάνας τὰ στενά»[1]
ποὺ ἀκόμα ἀντηχοῦν ἀπὸ τὰ τρένα.

Πέτρινα πολυβολεῖα, ντυμένα μὲ κισσό,
περνοῦν ἀπὸ τὸν ὕπνο σου·
σὰν νὰ κοιτᾶς ἀπ’ τὸ παράθυρο τοῦ βαγονιοῦ.

Τὸν Ἀξιὸ ν’ ἀκοῦς κι ἂς ξέμεινες στὴ Σαλονίκη,
μιὰ σκευοφόρος φάντασμα τοῦ ΟΣΕ,
στέγαστρο ἄστεγων μεταναστῶν
στὴ Μενεμένη.[2]

Τρίζουν οἱ ράγες κι οἱ σιδερένιες γέφυρες,
τὸ ὄνειρο δὲν πεθαίνει·
στοῦ τρένου τὶς γραμμὲς ἀγκομαχάει,
ἀνηφορίζει γιὰ τὴν Εἰδομένη.

[1] Τοπωνύμιο τῶν στενῶν μεταξύ Εἰδομένης καὶ Ἀξιούπολης ποὺ διαρέει ὁ Ἀξιὸς ποταμὸς.
[2] Συνοικία τῆς δυτικῆς Θεσσαλονίκης.

#


[9]

Στρατιωτικό νεκροταφείο στο Πάικο (Θοδωρής Βοριάς)

Για να το βρω
κάθε φορά διανύω διπλάσια απόσταση
μέσα στο ρέμα που οδηγεί εκεί.

Μια που πηγαίνω αναζητώντας το
και μια που επιστρέφω ξανά,
ταλαίπωρος,
απογοητευμένος που δεν το βρήκα.

Μυστήριο!
Πάντα στην επιστροφή
το ανακαλύπτω.

Σαν μια δοκιμασία
πίστης στον προορισμό μου,
σαν να μου το κρύβουν οι νεκροί
για να παιδευτώ
πριν μου αποκαλυφθεί.

Εκεί, οι τρύπες που άνοιξαν οι χρυσοθήρες
πληγώνουν την ξερολιθιά
της περιβόλου.

Εκεί, σάπισαν πια
και χάθηκαν οι ξύλινοι σταυροί
του πρώτου παγκόσμιου πολέμου.

Εκεί, τα πιο μεγάλα δέντρα
ριζώσανε πάνω στους τάφους
των στρατιωτών.

#


[10]

Γουμένισσα 
(Χρήστος Π. Ίντος)

Στὴ ρίζα ἥμερου βουνοῦ
στέκεις μὲς στοὺς αἰῶνες,
μετάξι τοῦ παλιοῦ καιροῦ
μοχθεῖς στοὺς ἀμπελῶνες.

Στὸν δροσερὸ τὸν κόρφο σου
μιὰ Παναγιά, μιὰ ἐλπίδα,
ἄγρυπνη στὸ δρόμο σου,
μάνα γλυκιὰ κι ἀχτίδα.

Γουμένισσα τῶν λουλουδιῶν,
τῆς ἱστορίας, τῶν προγόνων,
Γουμένισσα τῶν καλῶν κρασιῶν
καὶ τῶν σεμνῶν ἀνεμώνων.

Μὲ χίλια μύρια χρώματα
κέντησες τὴ στολή σου,
σ’ εὐλογημένα χώματα
θρονιάστηκε ἡ ψυχή σου.

Σὲ δέντρου φύλλο θαλερὸ
στέκεις δροσοσταλίδα, 
σὰν ὄνειρο καὶ φυλαχτό,
μάνα, γλυκιὰ πατρίδα. 

Γουμένισσα τῶν λουλουδιῶν
τῆς ἱστορίας, τῶν Παιόνων,
Γουμένισσα τῶν καλῶν κρασιῶν
καὶ τῶν σεμνῶν ἀνεμώνων.

Τὸ ποίημα τοῦ Χρήστου Π. Ἴντου μελοποιήθηκε γιὰ τετράφωνη χορωδία ἀπὸ τὸν μουσικὸ Καμπάνη Σαμαρά. Ἐρμηνεύεται ἀπὸ τὴ χορωδία τοῦ Πολιτιστικοῦ Συλλόγου Γουμένισσας «ΟΙ ΠΑΙΟΝΕΣ». Καθιερώθηκε ὥς «Ὁ ὕμνος τῆς Γουμένισσας».

#


[11]

ΙΙ. Δημιουργία (Γουμένισσας) 
(Χρήστος Π. Ίντος)

Μικρὴ κουκίδα πρόβαλες
στοὺ Βυζαντίου τὸ δείλι,
τραγούδι ἐλπίδας ἔγινες
σὲ πικραμένα χείλη.

Εὐλογημένη ἡ ὥρα,
ἡ ὥρα τῆς ἀρχῆς σου.
Ἁγιασμένα τὰ δῶρα
τῆς καρπερῆς γῆς σου.

Μέσα ἀπὸ βάτα ἀδιάβατα
σὲ κάλεσε ἡ Παναγιά σου
καὶ θρόνος Της ἔγινε
ἡ ἀνθόσπαρτη ἀγκαλιά σου.

Εὐλογημένη ἡ ὥρα,
ἡ ὥρα τῆς ἀρχῆς σου.
Ἁγιασμένα τὰ δῶρα
τῆς καρπερῆς γῆς σου.

Σὲ κρυστάλλινὰ σου νερὰ
ζήτησαν τὴ δροσιά τους
γέροι, νέοι, παιδιὰ
ἀπὸ τὰ βάσανά τους.

Εὐλογημένη ἡ ὥρα,
ἡ ὥρα τῆς ἀρχῆς σου.
Ἁγιασμένα τὰ δῶρα 
τῆς καρπερῆς γῆς σου.


Τὰ ποιήματα τοῦ Χρήστου Π. Ἴντου: Ι. «Σκλαβιά!!!», ΙΙ. «Δημιουργία (Γουμένισσας)», ΙΙΙ. «Ξεσηκωμὸς», IV. «Ἀπελευθέρωση» καὶ V. «Φυλαχτὸ», γράφτηκαν γιὰ τὰ ἑκατοντάχρονα τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς Γουμένισσας καὶ τῆς ἐπαρχίας της, τῆς Παιονίας. Μαζὶ μὲ σχετικὰ πεζά μας κείμενα παρουσιάστηκαν στὴ Γουμένισσα σὲ ἐκδήλωση στὶς 3 Νοεμβρίου 2012. Τὴν ἐκδήλωση πλαισίωσε ἡ μικτὴ χορωδία τοῦ Πολιτιστικοῦ Συλλόγου “Οἱ Παίονες”. Τὰ ποιήματα καὶ τὰ πεζὰ ἀπήγγειλαν μέλη τῆς Ἕνωσης Λογοτεχνῶν Βορείου Ἑλλάδος.


#


[12]

Το μεγάλο δώρο (Άγγελος Καρούσος)

Ένας φίλος μού 'φερε κάτι φρούτα από την Μακεδονία
τα πήρα και σκεφτόμουνα το τρένο Αθήνα - Θεσσαλονίκη - Πολύκαστρο - Ειδομένη,
την Θεσσαλονίκη με τις ωραίες γυναίκες της,
τον Αξιό με τα καμποχώρια και τις λεύκες, τα νεκροταφεία, τα σπίτια και τη βλάστηση, τα υψώματα που αγαπώ πολύ:
Τσάγκα, Γκολέ Μαρίτ, Τσερνών, Σαρίμεσε, Τoμπρο Μίρο, Σκρα, Ραβινέ, Μαγιαδάγ και άλλα.
Την καρδιά του Πάικου που έζησα, τα ποτάμια με τα κρυστάλλινα νερά: 
Βάλε Μάρι, Βάλε Ράτσι και με τα τουρκουαζιά: Κοτζάντερε και Κούρντερε, τους Πόντιους τους αγαπάω πολύ, τα τραγούδια τους, τη βλάστηση μηλιές, βερυκοκιές πλάι στις όχθες, καλαμποκιές, μπαξέδες και πλατάνια.
Απ' τα Στενά Τσιγγανέ και το Δρέβενο μέχρι την Κούπα, Σκρά και τον Αρχάγγελο, τον κάμπο της Αρδέας με το Καϊμάκ Τσαλάν από πάνω του του Μπόζαρ οι πηγές και ό,τι δεν ήξερα και έμαθα εκεί.
Χαμογέλασα στον φίλο μου και σκεφτόμουνα: 
Οι γες που αγαπάμε είναι δύναμη κι όσο δυνατή η αγάπη τόσο κι η προσωπικότητα.
Η Μακεδονία όσο μακριά και να είναι, είναι μέσα μου με την ομορφιά της, με κάποιους ανθρώπους που ακόμα ζουν και με άλλους που έχουν φύγει.
Καλή σου ώρα φίλε.

Από το τχ.8 (Αθήνα-Ιανουάριος 2005) του χειρόγραφου λογοτεχνικού περιοδικού ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ "των φίλων" που έγραφε ο λογοτέχνης Κώστας Ριτσώνης.


#


[13]

Ἐπιστροφὴ (Ἑλένη Κοφτεροῦ)[1]

Σὰν ἐρχόταν ἀπὸ τὴ Γρίβα[2] οἱ δικοί σου 
μαζί τους ἔφερναν τὴ γλῶσσα τοῦ βουνοῦ.
Τὸ γέλιο σου ἀνάβλυζε
στῇς κορυφογραμμῆς τὸ μυρωμένο χῶμα.
Κοτσύφια, πέρδικες κι καστανιὲς,
θροϊζουσες νεράϊδες
ἀνοίγανε διόδους μυστικὲς γιὰ νὰ
χωρέσει στὸ διαμέρισμα τὸ Πάϊκο.
Στοῦ σαλονιοῦ τίς τρυφερὲς χαράδρες
οἱ λέξεις σας πετάριζαν κελαρυστές
κι ἐγὼ ἀπ' τὸ χώλ κρυφάκουγα.

Ὅμως ξεράθηκε ἡ λίμνη τοῦ καιροῦ
κι οἱ ντόπιες χάθηκαν
-ὅπως κι ἐσύ- λέξεις ἀπὸ ἀσφυξία.
Νὰ μὴ φοβᾶσαι τὴν ἀρχὴ τοῦ σκοταδιοῦ.
Στὴ Γρίβα θὰ ξανανοίξει ὁ κύκλος τοῦ νεροῦ
Μὲς στὴ στοχαστικὴ σιωπή σου
θὰ ξαναβρεῖς τὸ ὀξυγόνο ποὺ στερήθηκες
σὲ μιὰν ἀρχέγονη βροχὴ
καὶ στὴν ὁρμὴ βουνίσιου ἀέρα.
Σ' εὐχαριστῶ ποὺ μὲ ταξίδεψες
κι ἐμένα στὸ βουνό σου
Νὰ ἰχνηλατῶ μοῦ ἔμαθες
ἄπειρα τὰ κοιτάσματα ἀγάπης.

[1] Ἑλένη Κοφτεροῦ - Μιὰ θλίψη Ἀπρίλης - Ἐκδόσεις Κουκίδα - 2018.
[2] Τὸ χωριὸ Γρίβα βρίσκεται στὸ Νομὸ Κιλκὶς στὶς πλαγιὲς τοῦ ὀρεινοῦ ὄγκου τοῦ Πάϊκου, 70 χιλιόμετρα βορειοδυτικὰ ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη.

#


[14]

Γουμένισσα των Χάλκινων
(Μαριάννα Κρόντη)

Πατρίδα με τ' αμπέλια σου
τα δροσερά νερά σου
κόρη του Πάϊκου διαλεχτή
σ' όλο τον κόσμο ν' ακουστεί
θα λέω τ' όνομά σου.

Γουμένισσα των Χάλκινων
γλυκιά είσαι σαν μάνα
ότι αγάπησα θα ζει
καρδιά δοσμένη θα είναι εκεί
παιδί είμαι στην αλάνα.

Στην "Τένια μπάχτσα" θα σε βρω
ξένοιαστη πάλι εκεί θα τρέξω
στη "Γιούρβιτσα" στην κρύα βρύση
ποτάμι τ' όνειρο έχει αφήσει
το πρόσωπό μου πάω να βρέξω.

Πατρίδα μου τα δέντρα σου
τα ωραία μονοπάτια,
άνθρωποι που αγάπησα,
ψυχές που μέσα μου άφησα,
φτωχά σπίτια... παλάτια.

Γουμένισσα των χορευτών,
σε ήχο "Λεβέντικου" γιορτάζεις
μ' ωραίους χορούς κυκλωτικούς
σε άλλους κόσμους μαγικούς
όλα με μιας τ' αλλάζεις.

Γουμένισσα γλυκόπιοτη,
σαν το μπρούσκο κρασί σου
θα 'ρθω μια μέρα να σε δω
έτσι μπορώ να ξαναζώ...
πώς μέθυσα μαζί σου.

Από την ποιητική συλλογή της Μαριάνας Κρόντη "Θαλασσοφίλητη" Εκδόσεις Εν Σύρω - Σελεφαΐς (2024).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Τένια μπάχτσα: Μεγάλο οικόπεδο του Τένη, κάτοικου της Γουμένισσας κεντρικά της κωμόπολης. Ήταν αλάνα για τα παιχνίδια των παιδιών μεταπολεμικά.

Γιούρβιτσα: Τοποθεσία σε κατάφυτη έκταση με την ομώνυμη βρύση, κοντά στο ποτάμι της Γουμένισσας.

Χορός Λεβέντικος: Λέγεται και Λιτός, παρόμοιος με τον Συρτό Μακεδονίας. Στο σλαβόφωνο ιδίωμα λέγεται "Πουστσένο". 

#


[15]

Μνήμη (Μάρκος Μέσκος)

Πάνω από τα Βοδενά
περνάει ο δρόμος της Σωτήρας.
Ήσυχοι λόφοι, άγριο φαράγγι πιο ψηλά
το καστανό χώμα της κερασιάς είναι νιόσκαφτο
εδώ η χλόη του σταριού εκεί χορεύει
ανθισμένη η δαμασκηνιά, γελάδια πάλι στην πλαγιά
κατά το Πάικο μια φοράδα ασέλωτη
βιτσίζει τον αέρα...

— Οδυσσέα!...


Από την ποιητική συλλογή Μάρκος Μέσκος - Άλογα στον Ιππόδρομο - 1973. 

#


[16]

Τοῦ Βουνοῦ (Γιάννης Μυτιληναῖος)[1]


Ὢ ἐσὺ Πάικο
ὄρος ἀνάποδο
δίχως φεγγάρια
δίχως φῶς

Ὢ Πάικον ὄρος
μὲ τὴν κορφή σου κάτω
στὰ τρεῖς χιλιάδες πόδια
βαθιὰ μέσα στὴ θάλασσα

σὲ μιὰ ζώνη ποὺ τὴ λὲν
ἀβυσσοπελαγικὴ
σ’ ἕνα μέρος
ποὺ ἄνθρωπος δὲν ζεῖ

ζοῦν μόνο κάτι ὄντα
παράξενα, γλυκὰ
δίχως μάτια
μὲ διάφανο κεφάλι

θὰ ζήσω κι ἐγὼ
θὰ μάθω νὰ ζῶ
δίχως φεγγάρια
δίχως φῶς

δίχως ἀέρα
θὰ ζήσω νεκρὸς
μὰ μακριὰ
ἀπ’ τῶν ἀνθρώπων τὸ κακὸ

Ὢ ἀνάποδο Πάικο
μακάριο βουνὸ
τρεῖς χιλιάδες πόδια
ἀπ’ τ’ ἀνθρώπου τὸ κακὸ

ἂν μόνο μποροῦσα
τὰ ροῦχα μου θὰ ἔσκιζα
τὰ γόνατα θὰ μάτωνα
στ’ ἀγκάθια τῶν πλαγιῶν σου.



[1] Γιάννης Μυτιληναῖος, «Πέντε ποιήματα» στὴν ἱστοσελίδα ΠΟΙΕΙΝ http://www.poiein.gr /archives/14258/index.html#more-14258.

#


[17]

Εἰδομένη (Στρατής Παρέλης)

Δοκιμάζουν τὰ ψηφία νὰ ἀψηφοῦν τὸν Θεό·
Δοκιμάζουν οἱ ἀγχόνες νὰ ἀμφισβητοῦν τοὺς λαιμούς μας-
Ὁ θάνατος δοκιμάζει νὰ μᾶς ἀμφισβητεῖ· στὴν Εἰδομένη
Στὸν σταθμὸ τοῦ φανερωμένου Πουθενά, ἐκεῖ ποὺ σμίγουν
Οἱ ἀτασθαλίες τῶν πολιτισμῶν μὲ τὸν πόνο τῶν ἀθώων, 
στὸ ρῆμα
Ἑνὸς κόσμου ποὺ φρίττει ἀπὸ θράσος καὶ ἔγκλημα, κάτω
Ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ποὺ σκυθρωπάζει, τὴν ὥρα
Ποὺ ἕνα παιδὶ διαβάζει ὅλο τὸ αἷμα τῆς δικαιοσύνης ποὺ δὲν θὰ 
ὑπάρξει- κι ἐσὺ
Συλλαβίζεις τὴν ἀσυδοσία τοῦ πολιτεύματος ποὺ κακουργεῖ 
κάτω ἀπ’ τὴν μύτη μας, ὡ σύνορο
Ποὺ πρέπει νὰ σπάσει, ὡ βρωμερὴ μιζέρια ἑνὸς ντουνιὰ
ποὺ κλέβει τὶς καρδιὲς ἐκείνων ποὺ δὲν ἔφταιξαν, ὡ περόνη
Τοῦ καημοῦ γιὰ ν’ ἀνατιναχτεῖ ὁλόκληρη ἡ πατρίδα- ἀφοῦ
Πατρίδα δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο πιὰ
Ἐξὸν ἀπὸ μιὰ θέση κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο…
Τοῖχος ποὺ ὀρθώθηκες ὅταν ἀπὸ ντροπὴ πέσανε ὅλα τὰ ἄλλα,
Εἰδομένη τσεκούρι ὀξύ, ἑλληνικὴ μεγαλοθυμία καὶ εὐρωπαϊκὸ
Μένος,
     Θάνατε μὲ πόδια πληγιασμένα, κλάματα
Παιδιῶν, αἰσχύνη τοῦ ἀνθρώπου καὶ
Μπαλωμένο ροῦχο τῆς ἠθικῆς μας· ὑπάρχει
σὲ σένα ἕνας ἔρωτας ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ κι εὐτυχῶς  
Ὑπάρχει μιὰ φωνούλα παιδιοῦ ποὺ καθαίρει ὅλα τὰ ἀνομήματα 
καὶ σβήνει τὴν ὀσμὴ τοῦ κακουργιοδικείου, ὡ Εἰδομένη
Χνότο καυτὸ στὸ τζάμι ποὺ δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει, πιτσιλιὰ
Αἵματος ἀπὸ πυροβολισμὸ ποὺ δὲν ἔσωσε
Κανενὸς τὸν ἐφησυχασμό,- εἶσαι
Ἡ Ἀμφισβήτηση ποὺ δημιουργεῖ ὁλοκαίνουρια μοίρα
Τῶν ἀδυνάμων..

[Ἀπὸ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ Στρατῆ Παρέλη «Θερμοκρασίες περιβάλλοντος» - Ἐκδόσεις Διάνυσμα - 2016.
Καταγραφή συναισθημάτων ἀπὸ τὰ γεγονότα τοῦ 2015, ὅταν χιλιάδες μετανάστες κατασκήνωσαν στὴν Εἰδομένη μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ περάσουν ἐλεύθερα στὴν Κεντρική Εὐρώπη.]

#


[18]

Βουνό των καστανιών (Πάικον όρος)
(Α. Πετρίτης)

Κανείς δεν σε τραγούδησε,
δεν έμεινε καιρός,
αλλά όλοι σε ανέπνευσαν.
Κανείς με στίχους δεν στόλισε
την ομορφιά σου,
αλλά όλοι χάρηκαν
τα λουλούδια και τα δάση σου.
Κανείς δεν τάραξε
το πέπλο της σιωπής σου,
αλλά όλοι πηραν
την ανάμνηση της γαλήνης σου.
Τα γάργαρα κρυστάλλινα νερά σου
έγιναν ίαμα ψυχής
σ΄αυτόν που μέσα στην ομορφιά τους
αφέθηκε να βυθιστεί.
Οι θεοί δεν προτίμησαν τις κορυφές σου
αλλά οι άνθρωποι εζήλεψαν το θεικο τους μεγαλειο.
Ο Αλεξανδρος ανέπνεε την αύρα σου
και σκέφτονταν τον κόσμο όλον.
Ο Βουκεφάλας απο το νερό σου επινε
όταν διψούσε.
Στα ψηλώματα σου ακούστηκαν
να πεφτουν θανατηφόρες βολές
πυροβόλων,
και να υψώνονται θερμες προσευχές προς
τα ουράνια.
Οι δεήσεις ακόμη έχουν τους
πιστούς τους ,
που συντροφεύουν
τον κύκλο της θνητής μας ζωής
κάτω απο την άγρυπνη γαλήνη σου.


[Το ποίημα βρίσκεται δημοσιευμένο με ημερομηνία 21/5/2024 στο ιστολόγιο https://anatolianatoli.blogspot.com/2024/05/blog-post_22.html ]

#


[19]

Συννέφιασε στην Ειδομένη  (Γιάννης Ποταμιάνος)

Συννέφιασε
Αυτών η μοίρα γράφτηκε στον ουρανό
στη βουβή σιωπή που θρυμματίζεται
                                        απ’ τ’ αεροπλάνα
        και το κροτάλισμα των πολυβόλων

Συννέφιασε
Απ’ τα βράχια οι σειρήνες τραγουδούν
                                   πλάνες υποσχέσεις

Αυτών η μοίρα γράφτηκε στη θάλασσα
ταξιδεύει με τα κύματα
          στο ασημένιο φως του φεγγαριού

Ο φόβος τους μυρίζει αλμύρα
Στη σκοτεινιά της θάλασσας
                        χάνεται το πρόσωπό τους

Μόνο τα χέρια τους σφιχτά
                                          κρατάνε τη ζωή
                      και επιμένουν στην ελπίδα

Συννέφιασε
Οθνεία τέρατα γέμισαν τους ουρανούς

Κοπάδια ανθρώπων 
      τρέχουν να ξεφύγουν απ’ το πόλεμο

Παιδιά, πολλά παιδιά
            ζωσμένα τα υπάρχοντά τους
                                                 προχωρούν

Κι η λάσπη επιμένει ως το γόνατο
          για να βουλιάζουν τα όνειρα τους

Συννέφιασε
Το φίδι γέννησε ξανά το αυγό του
                                               στην Ευρώπη

Μες στη σκηνή μια Παναγιά κοιμίζει
                                τ’ άρρωστο παιδί της

Απ’ έξω βροχή, λάσπη και απόγνωση
κι άνθρωποι που περιμένουν   
                              για ένα κομμάτι ψωμί

Συννέφιασε
Στη λάσπη της Ειδομένης σπέρνεται 
                                    ο σπόρος της οργής

Αυτό το ουρλιαχτό το τόσο ανθρώπινο
                        που τσαλακώνει την ψυχή
     χάνεται στους βουερούς χειμάρρους

Αυτό το ουρλιαχτό είναι η ικεσία
                              για μια θέση στον ήλιο

Συννέφιασε στα συρματοπλέγματα
Συννέφιασε και στις καρδιές
                                             των ανθρώπων

Τα χρόνια είναι πέτρινα
             σ’ αυτά δοκιμάζεται η Ανθρωπιά
γι’ αυτό δώστε μια ελπίδα στα παιδιά
                        να μην βουλιάξει ο κόσμος

Συννέφιασε στην Ειδομένη
Γιατί σιωπούν οι ποιητές;
                        Γιατί σιωπούν οι Άνθρωποι;

Από το ιστολόγιο του κ. Γιάννη Ποταμιάνου "Στο ξέφωτο της ποίησης" https://toxefwto.blogspot.com

#


[20]

Γουμένισσα (Χρήστος Σαμαράς)

Αρχόντισσα σου χτύπησα την πόρτα δεν ακούς;
μες τα μεσάνυχτα πληρώ όλα εκείνα που ‘πες
διαβήματα, διατάγματα, νόμους κι απελπισίες
νιων, γέρων, μορφονιών, δίκια και αδικίες.

Μία μαγιά κυκλάμινα χρώματα παιδεμός
μια νύχτα ονειρομάντισσα του φεγγαριού γκρεμός
ποτάμια που ‘συραν ορμή νερά των ξωτικών
άστρα αλαλάζουν μοναξιά και συρφετούς αμνών.

Δέντρα ορκίζονται συρμός, της γης ο πυρετός
άγρια τριαντάφυλλα ευώδιαζαν στο φως
της Παναγιάς το έμβλημα ο τυχερός Χριστός
ασβεστοχώματος εύρημα αιώνων υπαρκτός.

Πέτρα με χρώμα καφετί με ζώνη διαρκή
άνθρωποι ατελείωτοι φεγγάρια βιολετί
ανάσες απροσπέλαστου χρώματος και χροιάς
μέλι κι ελιά τα μόνα μας όπλα της ερημιάς.

Σε μια μεριά καθόμουνα σε βράχο ζωντανό
κρασί αμπέλιαζα στυφό γελώντας ένα μάτσο
χάλκινα άκουγα μακριά με ήχο πληθωρικό
το μαύρο έγνεφα αψηλά του μοναχού το ράσο.

Ψευτονιφάδες χόρευαν με της σιωπής ρυθμό
μπαλέτο ασυγχρόνιστο δερβίσικο χορό
ως κι ο Βαρδάρης πάγωσε κι απόσωσε δουλειά
παρέδωσε το πνεύμα του στης πόλης την καρδιά.

Εκεί όπου στεντόρεια κι αγέρωχη ξαπλώνει
η πέτρινη η τρίαινα του Γάλλου στρατιώτη
φωνή της δίνουν τα νερά ουρλιάζει και κρυώνει
κλαδιά πλατάνου γνέφουνε στον μεθυσμένο πότη.

Σπίτια θεόρατα, κραυγές, ξύλινοι Παρθενώνες
χρώματα τοίχοι χρυσαφί με μπλε μακεδονίζουν
στις εσωτερικές αυλές, φώτα και ανεμώνες
πέτρες κι αμπέλια αγκαλιά ανέμελα σφυρίζουν.

Δρόμοι στενοί κι απόκρημνα ορθώνονται οικίες
πλατείες πιο ιστορικές κι από τα μοναστήρια
νερά παντού και πράσινο αρχέγονες πορείες
κάπου σε κάποιο καφενέ τσουγκρίζουν τα ποτήρια.

Κι άνθρωποι μπόλια ένας σωρός, κομμάτια ευαγγέλια
ανάκατοι σε αναλαμπή των χρόνων της ενάργειας
ξεμένουνε λαλιάς, ξεσπούν σε άγρια γέλια
φάρες κουβάρια αντηχούν κατόπιν μιας ευμάρειας.

Θρύλοι, νεράιδες των νερών ράικο τρανό πιαστήκαν
οι νυχτωσιές αντιλαλούν χάλκινα κι ιστορία
σχολειά θεριά ευεργετών στ’ ουράνια ανεβήκαν
με πρόκριμα και λεβεντιά ελληνική πορεία.

Στενά δρομάκια χαρακιές της μνήμης το στιλέτο
πλίνθος και ξύλο υλικά παντρεύονται γελώντας
καζάνια Οκτώβρη του ντουνιά χειμώνας υποθέτω
σώριασε κρύο, κόπιασε, πόρτες γερά βροντώντας.

Φίλοι γεράνια ατέλειωτα στιγμές θανατηφόρες
παρέες δήλωμα της γης στενά ελπιδοφόρες
μνήμες αστεία μίας γης παλιάς αισθαντικής
πού είσαι αστέρι μου εσύ, ποια νύχτα οδηγείς;

Πού σε ξεπέταξε η ζωή της μοίρας το ποτάμι;
ποιος ουρανός σε χαίρεται, ποια άνομη αγάπη;
ποιοι δρόμοι σε λιμπίζονται και σε πετούν χαράμι
ποιες ούλιτσες ζητούν τα χνάρια σου σατράπη.

Και τα χωριά τριγύρω σου όμοια διαμαντάκια
Οι λάμψεις απ’ το πρίσμα τους στιλέτα στη ματιά
σε φωτοστέφανο στιλπνό, άγρια λουλουδάκια
εικόνα που ευωδίασε, μόνο στην Παναγιά

Βουνά λαγκάδια αλλοτινά ο Πάνας τα μαγεύει
Του Αλεξάνδρου η ματιά του Βουκεφάλα η χαίτη
Ερωτική η ομορφιά σαλεύει σαγηνεύει
Νερά πλατάνια και δροσιά, φρουμάζει σαν χορεύει.

Από την ποιητική συλλογή: Χρήστος Σαμαράς - "Παράθυρο με θέα" - Γουμένισσα 2017.

#


[21]

Μοναχικὸς γυρισμὸς (Χρῆστος Τουμανίδης)[1]

Γυρίζοντας μεσάνυχτα στὸ σπίτι
εἶδα τὴν ἀπουσία σου.
Κρατήθηκα μιὰ στιγμὴ ἀπὸ πράγματα σκοτεινά.
Πάτησα τὸ διακόπτη καὶ κοίταξα πάλι
καὶ εἶδα
τὸ πρόσωπό σου μοιρασμένο
σὲ κομμάτια χαρτιοῦ,
σὲ ἀκμὲς γυάλινες.
Στὸ τασάκι μὲ τὰ πολλὰ ζουπιγμένα ἀπογεύματα.

Μέσα σὲ στάχτες εἶδα τὸ πρόσωπό σου.
Καὶ τὸ πρόσωπό μου.

Γυρίζοντας μεσάνυχτα
μάλωσα μὲ τὰ πιὸ οἰκεῖα μου ἀντικείμενα.
Οἱ φωτογραφίες ἄδειασαν ξάφνου ἀπ’ τὰ πρόσωπα.
Ἔγιναν μικρὲς τετράγωνες νύχτες.

Ποῦ νὰ βρίσκεσαι τώρα;
Σὲ ποιὰ πλαγιὰ ἀνηφορίζεις μοναχή;
Ποιὰ δέντρα ἐπωμίστηκαν τὶς στιγμές σου;

Γυρίζοντας, εἶδα
τὸ Πάικον στὴ μέση τῆς κάμαρας.
Τὴν Λιθαριὰ μὲ φεγγάρι καὶ
τὰ σκυλιὰ νὰ γαυγίζουν.

Εἶδα τὰ χορταριασμένα παιδικὰ ἀπογεύματα.
Τὴν Κυριακὴ μὲ τὸ κουτσό της ποδάρι,
νὰ κλωτσάει
ἀκόμα καὶ τὴν πιὸ ἀνθρώπινη ἐπιθυμία μου,
«νὰ τρέξω νὰ προλάβω τὸ Καλοκαίρι».

Ἀπὸ ἕνα παράθυρο κλειστό, ἀγνάντεψα τὶς λιακάδες,
τὸν Γαλαξία μὲ τοὺς ἄγνωστους παιδότοπους,
τὰ νερὰ καὶ τὴ γέφυρα τοῦ Ἀξιοῦ.

Ἀπὸ ἕνα παράθυρο χαμηλὸ
τόσο πού,
λὲς κι ἀκούμπαγε στὸ χῶμα.

Ἀλλὰ ἐσύ
σὲ ποιὰ γωνιὰ ἀγωνιᾶς τώρα;
Πάνω σὲ ποιὸ πλευρὸ τῆς νύχτας ὀνειρεύεσαι;
Ὤ! Ἂς ἦταν ὁ ὕπνος μιὰ γέφυρα νοητὴ ἀνάμεσά μας!
Ἀνάμεσα στὴν Ἔδεσσα καὶ τὸ Χαϊδάρι.
Μιὰ κορδέλα ἂς ἦταν, ὁ μακρὺς δρόμος
ἔτσι πού, μιὰ κίνηση τοῦ χεριοῦ νὰ τὸν τυλίξει
στοιβάζοντας τὰ χιλιόμετρα.
Τὰ βουνά,
τὶς πεδιάδες καὶ
νὰ σ’ ἔφερνε πάλι κοντά μου!

#


[22]

Παιώνιες Κράστας – Παιώνιες βασιλείας Κράστας (Ηλίας Τσέχος)

Φλέγεσαι άνοιξη
Μελανοπόρφυροι βυθοί
Προς Βέρμιο καλπάζουν, Τζένα, Πάικο
κοπάδια αγριολούλουδα
Βαθείς Παίονα μύθοι

«Πασάων βοτανέων βασιληίδα»!

Παιώνιες περήφανες εταίρες
Αιώνιες αγάπες στα μέρη μας
Μυρώστε Αλιάκμωνα, Γιαννακοχώρι
Στολίστε έρωτες, επιταφίους, μέθες
Χαρές Βεργίνας, Πέλλας
Μίεζας.


Ηλίας Τσέχος – Ποιητική συλλογή «Ή σταγόνα ή ωκεανός» - 2011


#


[23] 

Γουμένισσα (Έλλη Φρεγγίδου)

Ψημένα κάστανα και κρασί
κάτω από το μεγάλο πλατάνι.

Βρέχω τα πόδια μου στο Σκρα.

Μάλλον,
εδώ ξεδιψά ο Θεός
τα πρωινά του.

Αμέτρητα στενά.

Αυτό το μέρος, φαίνεται, δεν θέλει
να ξέρει από μεγάλους δρόμους.

Από την ποιητική συλλογή της Έλλης Φρεγγίδου "Κιλκίς, χωμάτινή μου πόλη - έκδοση της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρίας "ΤΕΧΝΗ" Κιλκίς - 2022.


#



Παρακάτω μπορείτε να διαβάστε τον πρόλογο της ποιητικής ανθολογίας: