Τα Πλάγια από το 1940 μέχρι το 1950

Κατά τη δραματική δεκαετία 1940 – 1950 το χωριό είχε υποστεί τις αιματηρές συνέπειες του πολέμου.

Οι Πλαγιώτες επιστρατεύθηκαν κατά τον ελληνοιταλικό πόλεμο του 1940 και πολέμησαν στο Αλβανικό Μέτωπο.

Κατά τις μάχες σκοτώθηκαν τρεις Πλαγιώτες (οι δύο στο Μέτωπο, ο τρίτος ήταν τραυματίας και υπέκυψε μετά την επιστροφή του στο χωριό). 

Κατά το διάστημα από την 14 Νοεμβρίου 1940 μέχρι 19 Νοεμβρίου 1940, σε μία από τις φονικότερες πολεμικές επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού κατά των Ιταλών εισβολέων, στο ύψωμα Μόροβα της Αλβανίας, φονεύθηκαν μαχόμενοι 16 στρατιώτες από την επαρχία Παιονίας, με τόπους καταγωγής την Γουμένισσα, τον Εύρωπο, την Αξιούπολη, τον Άγιο Πέτρο, την Γοργόπη και τα Πλάγια.[1]

Κατά το διάστημα από την 13 Φεβρουαρίου 1941 μέχρι 18 Φεβρουαρίου 1941, σε μια ακόμη φονική πολεμική επιχείρηση του Ελληνικού Στρατού κατά των Ιταλών εισβολέων, στο ύψωμα 1736 της Αλβανίας, φονεύθηκαν μαχόμενοι 15 Έλληνες στρατιώτες από την επαρχία Παιονίας, με τόπους καταγωγής την Γουμένισσα, τον Εύρωπο, την Αξιούπολη, τον Άγιο Πέτρο, το Πολύκαστρο, το Μικρόδασος και τον Δογάνη.[2]

Από τον Απρίλιο του 1941 η επαρχία Παιονίας όπως ολόκληρη η ελληνική επικράτεια, υπάγεται στις γερμανικές αρχές κατοχής.

Η πείνα του 1941, που προέκυψε από τον βρετανικό ναυτικό αποκλεισμό της κατεχόμενης Ελλάδας, δεν άφησε νεκρούς στα Πλάγια που, παρά τη μεγάλη φτώχεια των κατοίκων, συντηρούνταν λόγω γεωργικής αυτάρκειας.

Στο χωριό δεν υπήρξαν εγκατεστημένα κατοχικά στρατεύματα. Γερμανοί στρατιώτες εμφανίζονταν συχνά στους κατοίκους του χωριού για να αγοράσουν τρόφιμα (γάλα, αυγά κλπ). Αρκετοί συγχωριανοί εντάχθηκαν σε ανταρτικές ομάδες που από το 1942 αναπτύχθηκαν και συνεργάστηκαν σε πανελλαδική κλίμακα κατά των δυνάμεων  κατοχής  συντονισμένες κυρίως  από τη Μεγάλη Βρετανία ή τη Ρωσία (πρώην Ε.Σ.Σ.Δ). Ο πληθυσμός του χωριού τροφοδοτούσε κρυφά, μέσω της επιμελητείας του Ε.Λ.Α.Σ., (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός) τις αντάρτικες ομάδες. Εκπρόσωποι των ανταρτών του χωριού, γύριζαν στα σπίτια και συγκέντρωναν τρόφιμα (γάλα, αυγά, αλεύρι, όσπρια, ζυμαρικά, ψωμί, ζάχαρη) καθώς και μαλλί για ύφανση, όπου τα φύλασσαν σε συγκεκριμένα σπίτια μέχρι να τα παραλάβουν για το βουνό οι αντάρτες, παρά τους ελέγχους των κατοχικών αρχών που είχαν την έδρα τους στην Ειδομένη. Οργανώθηκε από τους αντάρτες και ένα «σχολείο» για τα παιδιά και τους εφήβους του χωριού, τα «Αετόπουλα». Η συγκέντρωση των «Αετόπουλων» γίνονταν 3-4 φορές τον μήνα, στο «Κουβούσι» που προπολεμικά λειτουργούσε το καφενείο του Γεώργιου Αγόρατζη. Οι καθοδηγήτριες των «Αετόπουλων» ήταν από άλλες περιοχές αν και κάποιες γυναίκες του χωριού μπορούσαν και τις αναπλήρωναν. Για τη συγκέντρωση των «Αετόπουλων» γινόταν δημόσιο κάλεσμα, με τα χωνιά: «…απόψε το απόγευμα, στις 7, συγκέντρωση στο Κουβούσι…»

Οι αντίξοες συνθήκες της εποχής οδήγησαν σε επικίνδυνες περιστάσεις την καθημερινότητα με ακραία για τους κατοίκους περιστατικά:

Ένοπλες συμπλοκές λαθρεμπόρων με τη Χωροφυλακή – Ένα από τα πολλά περιστατικά καταδίωξης λαθρεμπόρων που βρέθηκε καταγεγραμμένο, εκτυλίχθηκε  το 1942 στα όρια με  τη  Γευγελή  μεταξύ χωροφυλάκων του Τμήματος Χωροφυλακής Ειδομένης και Βουλγάρων λαθρεμπόρων στρατιωτών που επιδίωκαν την παράνομη είσοδο στην Ελλάδα.[3]

Βουλγάρικες μεθοδεύσεις για διχασμό του πληθυσμού – Με την εγκατάσταση των αρχών κατοχής, η περιοχή του Κιλκίς εντάχθηκε στην γερμανική ζώνη. Όμως την 20η Απριλίου 1941, δόθηκε από τους Γερμανούς δικαίωμα εγκατάστασης βουλγαρικών φρουρών, μαζί με τις γερμανικές, στο Γευγελή της Γιουγκοσλαβίας και στα ελληνικά χωριά Εύζωνοι και Ειδομένη. Αυτή η απόφαση των Γερμανών προκάλεσε αντιδράσεις στον τοπικό πληθυσμό με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν την 25η Απριλίου 1941 τα αιματηρά επεισόδια στους Ευζώνους, μεταξύ κατοίκων και βουλγαρικού στρατού, που είχαν σαν αποτέλεσμα τον θάνατο 3 κατοίκων.[4] Άλλο χαρακτηριστικό επεισόδιο αποτελεί η αγανάκτηση των Ειδομενιωτών στρατιωτών, που επέστρεφαν από το Μέτωπο της Αλβανίας, όταν αντίκρυσαν στην πλατεία του χωριού τη βουλγαρική σημαία!

Οι Βούλγαροι δεν έχασαν την ευκαιρία να δημιουργήσουν κλίμα διχασμού στον ελληνικό πληθυσμό των Ευζώνων και της Ειδομένης, συλλέγοντας πληροφορίες σχετικά με τους κατοίκους της περιοχής και φέρνοντας σε αντιπαράθεση τους ντόπιους Έλληνες με το ελληνικό προσφυγικό στοιχείο που είχε εγκατασταθεί στα χωριά αυτά την περίοδο 1922 - 1924.

Φυλακίσεις χωριανών - Συγχωριανοί οδηγήθηκαν από τις γερμανικές αρχές υπόδικοι στις φυλακές Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη, επειδή είχαν παραχωρήσει τα υποζύγιά τους στους αντάρτες και στη συνέχεια αυτά βρέθηκαν εγκαταλελειμμένα στην ύπαιθρο.

Σαμποτάζ κατά του στρατού κατοχής -  Στις 25 προς 26 Δεκεμβρίου 1943, τη νύχτα, δυνάμεις ανταρτών του 30ου Συντάγματος του Ε.Λ.Α.Σ. που έδρευε στο Πάικο και Βρετανών καταστροφέων, υπονόμευσαν και κατέστρεψαν τη σιδηροδρομική γραμμή στα «στενά της τσιγγάνας» πετυχαίνοντας παράλληλα και τον εκτροχιασμό τρένου που κινούνταν από την Αξιούπολη στην Ειδομένη.[5]

Στράτευση χωριανών για φύλαξη εγκαταστάσεων - Οι γερμανικές αρχές κατοχής από τα Χριστούγεννα του 1943 και τα σαμποτάζ των Βρετανών σαμποτέρ και των ανταρτών του ΕΛΑΣ στη σιδηροδρομική γραμμή στα «στενά της τσιγγάνας», καθόριζαν εκ περιτροπής από τον ανδρικό πληθυσμό των Πλαγίων, ομάδες χωρικών τις οποίες εξόπλιζαν και τις διέθεταν κάθε νύχτα για φύλαξη δύο φυλακίων στον κάμπο, για την αποτροπή σαμποτάζ στη σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης - Ειδομένης.

Το πρώτο φυλάκιο, το υπ’ αριθμ. 70, βρισκόταν στην περιοχή που εκβάλλει το ρέμα της Αγίας Παρασκευής στον Αξιό ποταμό και κάλυπτε τη γέφυρα της σιδηροδρομικής γραμμής από την οποία διέρχονταν οι αμαξοστοιχίες από Θεσσαλονίκη για Ειδομένη κι αντίστροφα. Κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής, στο ύψος της στάσης Δογάνη, βρισκόταν και το δεύτερο φυλάκιο υπ’ αριθμ. 74 που κάλυπτε άλλη γέφυρα  ρέματος.

Επιδρομή βουλγαρικού στρατού στα Πλάγια - Στις 17 Ιανουαρίου 1944, βουλγάρικος στρατός κατοχής πέρασε από την περιοχή, κατέστρεψε σχολεία και σπίτια και σκότωσε κατοίκους σε κάθε χωριό που συνάντησε, με κυριότερους στόχους τους παλιούς Μακεδονομάχους και το προσφυγικό στοιχείο της Μακεδονίας. Στρατιώτες του βουλγάρικου στρατού στη διαδρομή για το χωριό σκότωσαν τον Θεόφιλο Αρναουτίδη από τα Πλάγια, που εργαζόταν στον μύλο στην περιοχή Μπαρακλή. Όταν ήρθαν οι Βούλγαροι στο χωριό, συγκέντρωσαν τους κατοίκους του χωριού στην πλατεία (που τότε ήταν πίσω από το Ιερό της εκκλησίας) και στο προαύλιο του παλιού σχολείου (στο χώρο του σημερινού γραφείου της κοινότητας). Οι στρατιώτες διασκορπίστηκαν σε όλο το χωριό όπου λεηλάτησαν και έκαψαν 66 σπίτια όπως και το  σχολείο ενώ ξυλοκόπησαν τον ιερέα του χωριού.[6] Αιχμαλώτισαν και οδήγησαν τους άντρες του χωριού προς το Φανό, για να τους εκτελέσουν, αλλά με την παρέμβαση των γερμανικών αρχών, επέστρεψαν τελικά οι χωριανοί σώοι στο χωριό. Στις 19 Ιανουαρίου 1944 οι ίδιες βουλγάρικες μονάδες προχώρησαν στη σφαγή κατοίκων του χωριού Χαμηλό.[7]

Άστεγοι από τη βουλγαρική επιδρομή - Οικογένειες που έμειναν άστεγες από τις βουλγάρικες θηριωδίες του 1944, πήραν το δρόμο της προσφυγιάς σε χωριά που βρίσκονταν συγγενείς τους (Αξιούπολη, Νέα Μηχανιώνα, Διονυσίου, 12 Απόστολοι κλπ). Όσοι άστεγοι δεν εγκατέλειψαν το χωριό κατασκήνωσαν πρόχειρα στην περιοχή της «κρυόβρυσης», στην περιοχή των αμπελιών προς το ρέμα της «Αγίας Παρασκευής», στα αμπριά που βρίσκονταν στο Μπαρακλή, και στην περιοχή «Τσάγκα» στο Φανό.

Αντάρτες στα βουνά της περιοχής - Από τον Μάρτιο του 1944 έδρασε στην περιοχή μια ολιγομελής ομάδα ανταρτών του ΕΛΑΣ ως «Ανεξάρτητη Ομάδα Κρούσης του 30ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ» με αρχηγό τον αντάρτη με τα ψευδώνυμα Τσικβασίλης ή Σαλταπίδας από την Ειδομένη, με σκοπό τα σαμποτάζ αλλά και την τρομοκράτηση των αντικομμουνιστών κατοίκων των χωριών..[8]

Δολοφονία του Γερμανού στρατιώτη και αντίποινα - Το φθινόπωρο του 1944, στην περιοχή του γηπέδου των Πλαγίων οι αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. έστησαν ενέδρα κι επιτέθηκαν κατά τεσσάρων Γερμανών στρατιωτών που επέβαιναν σε κάρο που έσερνε άλογο και κατευθύνονταν πιθανόν στη Γευγελή. Εξόντωσαν τον έναν Γερμανό στρατιώτη και το άλογό του και καταδίωξαν τους άλλους τρείς που διέφυγαν κατευθυνόμενοι στην ορεινή περιοχή Πλαγίων - Δογάνη. Μετά από τη δολοφονία, ο φόβος των γερμανικών αντίποινων ήταν έκδηλος μετά και την εκτέλεση 52 κατοίκων της περιοχής Γουμένισσας από τον γερμανικό στρατό στις 25 Μαΐου 1944[9] εφαρμόζοντας μέτρα αντίποινων κατά αντάρτικων ενεργειών.  Έτσι, πριν την αποχώρησή τους οι Γερμανοί, το φθινόπωρο του 1944, πιθανότατα για αντίποινα μετά τον φόνο του Γερμανού στρατιώτη, έβαλαν στόχο -από την περιοχή της Ειδομένης με βολές πυροβόλου- τον ορεινό όγκο του υψώματος "412" και την τοποθεσία «Τσάγκα» που ήταν λημέρι ανταρτών, προκαλώντας ζημιές στα αμπέλια και σε σπίτια του χωριού χωρίς να υπάρξουν θύματα.



[2] Στὴν ἴδια.

[3] Ιστορία ελληνικής χωροφυλακής 1936 – 1950 του Απόστολου Δασκαλάκη – Αθήνα 1973 –

   σελ.264

[4] α) Ιστοσελίδα ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ «Μάχη των Ευζώνων».

β) Ιστοσελίδα https://www.eidisis.gr δημοσίευμα της 25 Απριλίου 2011, «Η μάχη των Ευζώνων».

[5] «Το 30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ» Θανάσης Μητσόπουλος, εκδ. EDITEX,  1971,  Γενεύη.

[6] Διδακτορική διατριβή του Στράτου Δορδανά «Αντίποινα των γερμανικών αρχών κατοχής στη

    Μακεδονία 1941-1944. ΑΠΘ 2002.Σελ.493.

[7] Στις 19 Ιανουαρίου 1944 δολοφονήθηκαν από βουλγάρικο στρατό στο Χαμηλό οι κάτοικοι:

Αναστασιάδης Νικόλαος ετών 18, Ανδρεάδης Νικόλαος ετών 45, Ανδρεάδης Χαράλαμπος ετών 48, Ζυρίδης Ιλαρίων ετών 46, Κουκλίδης Κωνσταντίνος ετών 45, Κουλαξίδης Νικηφόρος ετών 65, Κόκκαλης Ιωάννης ετών 18, Κελασίδης Νικόλαος ετών 66, Κελασίδης Γεώργιος ετών 19, Κυριακίδης Ηρακλής ετών 64, Μουρατίδης Αβραάμ ετών 45, Μουρατίδης Γεώργιος ετών 18, Παναγιωτίδης Χαράλαμπος ετών 46, Παναγιωτίδης Νικόλαος ετών 16, Παντελίδης Χαράλαμπος ετών 46, Παπαδόπουλος Λάζαρος ετών 46, Σαββίδης Φίλιππος ετών 40, Σερεμετίδης Σάββας ετών 48, Τούνας Ιωάννης ετών 17, Χαραλαμπίδης Κωνσταντίνος ετών 28. Τα ονόματα προέρχονται από το μνημείο πεσόντων Χαμηλού.

[8] «Το 30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ» Θανάσης Μητσόπουλος, εκδ. EDITEX,  1971, Γενεύη.

[9] Ἱστοσελίδα: «Goymenissa Blog».



Προς το τέλος του 1943 κι ιδιαίτερα στα μέσα του 1944 οι μεγάλες δυνάμεις (Μ. Βρετανία και πρώην Ε.Σ.Σ.Δ.) οδήγησαν τις ελληνικές ένοπλες ομάδες σε μεταξύ τους ρήξη, καθώς τα γεγονότα φανέρωναν την ήττα της Γερμανίας. Στόχος ήταν να ενταχθεί η χώρα, μετά την απελευθέρωση, στον έλεγχο ενός από τα δύο παγκόσμια μπλοκ της εποχής, το Δυτικό ή το Ανατολικό. 

Ο αγώνας των αντάρτικων οργανώσεων είχε πολιτικοποιηθεί ξεκάθαρα κι άρχιζε η πρώτη φάση του εμφυλίου πολέμου με κύριους πρωταγωνιστές τον Ε.Λ.Α.Σ. από πλευράς Αριστεράς και των Ε.Δ.Ε.Σ., Π.Α.Ο. κλπ. από πλευράς Δεξιάς. 

Στις 12 Δεκεμβρίου 1943 ξεκίνησαν περιοδεία ενημέρωσης για το Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ. στα χωριά Κούπα, Σκρα, Φανό, Χαμηλό και Πλάγια ο υπεύθυνος πολιτικής διαφώτισης Θανάσης Μητσόπουλος (Σταύρος) και ο Γιάννης Αναστασόπουλος (Αχιλλέας), στελέχη του 30ου  Συντάγματος του Ε.Λ.Α.Σ. συνοδευόμενοι από ομάδα ανταρτών.[5]

Στο βιβλίο «Το 30ο Σύνταγμα του Ε.Λ.Α.Σ.» ο Θανάσης Μητσόπουλος διηγείται την επίσκεψή του στα Πλάγια: «...Την τρίτη βραδιά φθάσαμε στο Χαμηλό. Μιλήσαμε σε μια μικρή συγκέντρωση, άλλωστε και το χωριό ήταν μικρό και τραβήξαμε για το χωριό Πλαγιά. Οι κάτοικοί του πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Αρκετά μεγάλο το χωριό, πάνω από διακόσια σπίτια. Φτάσαμε κατά τις οχτώμιση με εννιά το βράδυ. Μας οδηγούν στο σχολείο, όπου μας περίμεναν οι χωρικοί. Το σχολείο έλαμπε φωταγωγημένο. Μπαίνουμε στην αυλή. Η πόρτα ανοιχτή και μέσα στην αίθουσα κόσμος πολύς. Ο υπεύθυνος του Ε.Α.Μ. ανοίγει δρόμο. Μπαίνουμε στην αίθουσα. Θυελλώδη χειροκροτήματα μας υποδέχονται, επευφημίες για το Ε.Α.Μ. και τον Ε.Λ.Α.Σ. Ορμούν να μας χαιρετίσουν με χειραψία. Οι κοπέλες, με χάρη και λέγοντας όμορφα λόγια, μοίραζαν σ’ όλους τους αντάρτες από ένα κεντημένο μαντηλάκι για ενθύμιο. Και μέσα σε χειροκροτήματα και επευφημίες αρχίζω την ομιλία μου. Μιλάω για τον Ε.Α.Μ. και τους σκοπούς του. Για την αποστολή του Ε.Λ.Α.Σ. Ενθουσιασμός μεγάλος. Έξαρση πατριωτική, χαρά. 

Σε μια στιγμή ο κομματικός υπεύθυνος του χωριού μού ψιθυρίζει πως μπορώ να μιλήσω και για το Κόμμα ότι όλοι συμπαθούν πολύ το Κόμμα. 

Ενθουσιασμένος και γω από τις θερμές εκδηλώσεις για το Ε.Α.Μ. και τον Ε.Λ.Α.Σ. κάνω κορώνα γεμάτη έξαρση για το ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Τα εμπνευσμένα λόγια μου για το Κόμμα αντίθετα απ’ ότι περίμενα τα υποδέχθηκε μια απροσδόκητη σαστισμάρα, ένα ακαριαίο μούδιασμα, ένα αυτόματο κούμπωμα του κόσμου. Τα χειροκροτήματα πολύ λίγα σχετικά με τα άλλα, τα προηγούμενα χειροκροτήματα. Δαγκώθηκα. Μου μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά, μα το πράγμα είχε γίνει. Οι ακροατές όχι μόνο δεν συμπαθούσαν όλοι το Κόμμα, μα αντίθετα ήταν ποτισμένοι με πολύ προκατάληψη εναντίον του. Δεν τους παραξένεψε το ότι και το Κ.Κ.Ε. παίρνει μέρος στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Τους έκανε να κλωτσίσουν κείνο που είπα ότι το Κ.Κ.Ε. καθοδηγεί και είναι επικεφαλής του αγώνα. Αυτό τους ζεμάτισε. Βέβαια όχι όλους. Γιατί ανάμεσά τους υπήρχαν πολλοί με ξεκαθαρισμένη και συνειδητοποιημένη συμπάθεια προς το Κ.Κ.Ε. Εννοώ τους ανθρώπους εκείνους που μπήκαν στον αγώνα από πατριωτισμό, χωρίς να ξέρουν τον ιδιαίτερο ρόλο του Κ.Κ.Ε. Μα οι κομμουνιστές, δαγκώθηκαν γιατί καταλάβαιναν τι συνέπειες θα είχαν αυτά που είπα».[6]

Στην περιοχή της Παιονίας κυριαρχούσε ο Ε.Λ.Α.Σ. Στα μέσα του 1944 είχε οργανωθεί εντατικά ο αντάρτικος ανεφοδιασμός με επίταξη αγαθών από τους κτηνοτρόφους και τους αγρότες του χωριού. Με μέριμνα του Ε.Λ.Α.Σ είχαν συγκροτηθεί τα «Αετόπουλα», υπό μορφή προπαρασκευαστικής παιδικής οργάνωσης, όπου αντάρτες διαφωτιστές απασχολούσαν με ψυχαγωγικές δραστηριότητες όσα παιδιά σχολικής ηλικίας δέχονταν να τα στείλουν οι γονείς τους. 

Τον Αύγουστο του 1944 ο κατοχικός στρατός είχε τις εξής δυνάμεις στην επαρχία Παιονίας: στη Γουμένισσα 140 Γερμανοιταλούς, στον Σιδηροδρομικό σταθμό Αξιούπλης 200 Γερμανοιταλούς, στο Πολύκαστρο 150 Γερμανοιταλούς, στο μεταλλείο Πηγής 80 Γερμανούς, στο 76ο φυλάκιο σιδηροδρομικής γραμμής Αξιούπολης – Ειδομένης 80 Γερμανούς, στην Ειδομένη 20 Γερμανούς.[7]

Από τα μέσα του 1943 έρχονται στο χωριό οι θλιβερές ειδήσεις του διχασμού που ξεκίνησε πριν ακόμα αποχωρήσουν οι Γερμανοί. Στις 15 Αυγούστου 1943 στο όρος Κρούσια, στο Κιλκίς, συγκρούστηκαν μεταξύ τους οι ανταρτικές οργανώσεις Ε.Λ.Α.Σ. και Π.Α.Ο.[1] Στις 14 Νοεμβρίου 1943, οι αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. δολοφόνησαν στο Κιλκίς τον πρώην Νομάρχη[2] καί Δήμαρχο Κιλκίς, Συνταγματάρχη ε.α. Χρήστο Δρέλλια.[3] Στις 16 Μαρτίου 1944 αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. έκαψαν τα χωριά Μεσιά και Άγιος Πέτρος, ενώ δολοφόνησαν δεκάδες χωρικούς.[4] Το Πάσχα του 1944 αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. έπιασαν ομήρους και τελικά δολοφόνησαν 9 προεστούς της Γουμένισσας.[5] Στις 16 Αυγούστου 1944 αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. έπιασαν ομήρους και στη συνέχεια δολοφόνησαν τον ιερέα του χωριού Φανός και τον αδερφό του.[6] Και η αποκορύφωση του δράματος γίνεται στο Κιλκίς στις 4 Νοεμβρίου 1944. Στη μάχη του Κιλκίς, μόλις είχαν αποχωρήσει οι Γερμανοί κατακτητές, πολέμησαν οι δυνάμεις των ανταρτών της Αριστεράς κατά δυνάμεων αντικομουνιστικών ενόπλων ομάδων, κατοίκων της Κεντρικής Μακεδονίας, που είχαν οχυρωθεί στην πόλη και στό λόφο του Κιλκίς περιμένοντας επίθεση των ανταρτών κατά το πρότυπο της μάχης του Μελιγαλά (Σεπτέμβριος 1944). Μετά από πολύωρες μάχες και την ήττα των αντικομουνιστικών ομάδων, ακολούθησε είσοδος στην πόλη του Κιλκίς των ανταρτικών δυνάμεων και πολυήμερη σφαγή των εθνικιστών και των οικογενειών τους. Ο αριθμός των νεκρών ανήλθε μέχρι και τις 7.500 περίπου, οι περισσότεροι αιχμάλωτοι των ανταρτών, που δολοφονήθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες σε διάφορα σημεία της πόλης[7] και στα γύρω χωριά[8].[9]  


[1]α) «Ιστορία του Κιλκίς» Γιώργος Εχέδωρος, Κιλκίς 1996.

β)Η διαμάχη αυτή κράτησε μέχρι τον Ιανουάριο 1944 όπου στην τελευταία συμπλοκή του Ε.Λ.Α.Σ. με την Π.Α.Ο. στις 9 Ιανουαρίου 1944, στο όρος Κρούσια, η Π.Α.Ο. διαλύθηκε. Η μονοπώληση του αντικατοχικού αγώνα έφερε αποτελέσματα που ευνόησαν μόνο τους κατακτητές. Η προπαγάνδα του Ε.Λ.Α.Σ. «πας μη ΕΛΑΣίτης είναι δοσίλογος» στιγμάτιζε τους παλιούς αντάρτες της Π.Α.Ο. και όσους δεν εντάχθηκαν στον Ε.Λ.Α.Σ. λόγω φρονημάτων.

Η τρομοκρατία του Ε.Λ.Α.Σ. κατά ελληνικών οικογενειών ή και ολόκληρων χωριών (δολοφονίες, πυρπολήσεις οικιών, ομηρείες κλπ) με το πρόσχημα του «δοσιλογισμού», ενίσχυσε τη δημιουργία αυτόνομων τοπικών αντικομμουνιστικών ένοπλων ομάδων (Ε.Ε.Σ. κλπ) που για τον εξοπλισμό τους απευθύνθηκαν ακόμα και στις κατοχικές αρχές.

[2] Ὁ Χρῆστος Δρέλλιας ὑπῆρξε Νομάρχης καὶ Δήμαρχος Κιλκὶς κατὰ τὴν περίοδο 1936-1941. Τὸ ὄνομά του ἔχει συνδεθεῖ μὲ τὴν πρωτοβουλία του νὰ ἀνεγερθεῖ καὶ νὰ ἐξοπλιστεῖ τὸ νοσοκομεῖο τοῦ Κιλκίς, ποὺ ἐγκαινιάστηκε κι ἄρχισε νὰ λειτουργεῖ στὶς ἀρχὲς τοῦ 1939 μετὰ τὴν προσωπικὴ ἐργασία τοῦ λαοῦ τοῦ Κιλκίς. Σχετικὴ μὲ τὸ θέμα πηγή: «Τὸ λεκανοπέδιο τῶν Μουριῶν» τοῦ Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη, Δῆμος Μουριῶν, 2005.

[3] Ἱστοσελίδα «Θέματα στρατιωτικῆς ἱστορίας».

[4] Θανάσης Μητσόπουλος «Τὸ 30ο Σύνταγμα τοῦ Ε.Λ.Α.Σ.», ἐκδόσεις EDITEX, 1971, Γενεύη.

[5] Στο ίδιο.

[6] Ἱστοσελίδα «Θέματα στρατιωτικῆς ἱστορίας».

[7] Παύλος Σωκράτης Παυλίδης «Και διηγώντας τα να κλαίς», εκδόσεις Γνώμη Κιλκίς-Παιονίας, Κιλκίς 2008: Τόποι στην πόλη του Κιλκίς που δολοφονήθηκαν οι αντικομμουνιστές τον Νοέμβριο 1944: στον «Αη Γιώργη», στις χαράδρες του «Προφήτη Ηλία», στην «Ζωαγορά», στα «Σφαγεία», στην «Μάνδρα Γεωργίου Κυπραίου», στα «Ασβεστοκάμινα», στην « Μάνδρα Σαμολαδά», στην «Καπναποθήκη του Βογιατζή», στον «Σινεμά του Σταμπουλή»,  στον λόφο «Στρέσοβο».   

[9] Δημοσιεύματα σχετικά με την μάχη του Κιλκίς την 4η Νοεμβρίου 1944:

α) Θανάσης Μητσόπουλος «Τὸ 30ο Σύνταγμα τοῦ Ε.Λ.Α.Σ.», ἐκδόσεις EDITEX, 1971, Γενεύη.

β) Κωνσταντίνος Δογιάμας, «Οἱ μακεδονομάχοι αδερφοί Δογιάμα», Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, 2009, εκδόσεις Univercity Studio Press.

γ) Παύλος Σωκράτης Παυλίδης «Και διηγώντας τα να κλαίς», εκδόσεις Γνώμη Κιλκίς-Παιονίας, Κιλκίς 2008.

δ) Εφημερίδα «Ριζοσπάστης» της 7 Νοεμβρίου 1944.

ε) Εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» της 20 Φεβρουαρίου 1945. «Νομάρχης Κιλκίς Δημοσθένης Αμπατζόπουλος - Επίσημη Έκθεση και περιγραφή της μάχης του Κιλκίς της 4ης Νοεμβρίου 1944».


Οι τελευταίες κατοχικές δυνάμεις εγκατέλειψαν την Ελλάδα, μεταφερόμενες με τρένα μέσω Ειδομένης προς Γιουγκοσλαβία την 3 Νοεμβρίου 1944 και ώρα 16.00, καταστρέφοντας πίσω τους με ειδικά μηχανήματα καταστροφής όλο το σιδηροδρομικό δίκτυο, γέφυρες, φυλάκια κλπ.[8]

Μετά την απελευθέρωση, η τρομοκρατία από την προσπάθεια επικράτησης του Κ.Κ.Ε. εντείνεται με δολοφονίες, ομηρείες πολιτικών αντιπάλων, «λαϊκά δικαστήρια», επιθέσεις σε πόλεις και χωριά σε αστυνομικά τμήματα και στρατόπεδα, απαγωγές παιδιών και μεταφορά τους στις γειτονικές κομμουνιστικές χώρες, ληστείες, ναρκοθετήσεις κλπ. με απολογισμό χιλιάδες θύματα και ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές. Το κράτος για να αντιμετωπίσει την τρομοκρατία εφάρμοσε μπλόκα ελέγχου, εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, έκτακτα στρατοδικεία, εκτελεστικά αποσπάσματα, εκτοπίσεις, εξορίες κλπ.

Το 1945 ιδρύθηκε στο χωριό η οργάνωση «Παράταξις Εθνικοφρόνων ’’Βασιλεύς Γεώργιος Β΄’’» με πρόεδρο τον Γρηγόριο Μαμτζαδέρη. Τα μέλη της «Παράταξης Εθνικοφρόνων» του χωριού ήταν εφοδιασμένα με δελτίο ταυτότητας μέλους που ανέγραφε «Παράταξις Εθνικοφρόνων - Βασιλεύς Γεώργιος Β΄- Δελτίον Ταυτότητος» με τη φωτογραφία και τα στοιχεία του μέλους και υπέγραφε ο πρόεδρος της τοπικής οργάνωσης. Η δίπτυχη αυτή ταυτότητα έγραφε στη 2η σελίδα της στα αγγλικά: « «Party of NationalistsKing George B΄» - Ideutity card, κι ανέγραφε το ονοματεπώνυμο του κατόχου στα αγγλικά: This is to certify Mr […] Whos photographis is here up, is a Menher of our corporation.[1]



[1] Τα στοιχεία ελήφθησαν από το Δελτίο Ταυτότητας, με αριθμό 2, μέλους της «Παράταξης Εθνικοφρόνων» που εκδόθηκε στα Πλάγια την 1 Ιουλίου 1945.


Το καλοκαίρι του 1946 κύμα τρομοκρατίας σάρωσε την περιοχή. Αντάρτες επιτέθηκαν στον Σταθμό Χωροφυλακής Ειδομένης ενώ ο Ειδομενιώτης υπεύθυνος της επίθεσης κατά της χωροφυλακής που είχε συλληφθεί αργότερα, εκτελέστηκε στα Γιαννιτσά μετά από απόφαση έκτακτου στρατοδικείου[1]. Το ίδιο διάστημα ο Πλαγιώτης αντάρτης Γεώργιος Μουτσάκης που είχε συλληφθεί με την ομάδα ανταρτών της Ειρήνης Γκίνη στην περιοχή της Έδεσσας εκτελέστηκαν στα Γιαννιτσά μετά από απόφαση έκτακτου στρατοδικείου[2]. Στην διάρκεια του καλοκαιριού, αντάρτες δολοφόνησαν, στην διαδρομή προς την Αξιούπολη, τον πρόεδρο των Πλαγίων Γρηγόριο Μαμτζαδέρη, τον αγροφύλακα των Πλαγίων Νικόλαο Σμυρλίδη, και τον αρχηγό προσκόπων του Φανού Ιωάννη Τσακιρίδη.[3] Στην περιοχή του Αξιού, αντάρτες δολοφόνησαν τον δάσκαλο της Ειδομένης Γεώργιο Σιδηρόπουλο[4]. Κατά το ίδιο διάστημα οι αντάρτες απήγαγαν και δολοφόνησαν στην «κόκκινη χαράδρα» τον γραμματέα των Πλαγίων Θωμά Κακάκη μαζί με άλλους 3 χωριανούς. Στις 13 Νοεμβρίου 1946 αντάρτες επιτέθηκαν στο Σκρα όπου δολοφόνησαν δεκάδες στρατιώτες και κατοίκους του χωριού μεταξύ αυτών και τη δασκάλα Βασιλική Παπαθανασίου.[5] Τον Δεκέμβριο 1946 στην περιοχή του όρους Πάικο ο Στρατός και η Χωροφυλακή επιτέθηκε κατά βάσεων των ανταρτών στα πλαίσια εκκαθαριστικών επιχειρήσεων και πυρπολήθηκε το χωριό Κούπα[6].



[6] Ὑπ’ ἀριθμ. 4 ἀνακοινωθὲν Δημοκρατικοῦ Στρατοῦ «Ἑλλάδας τῆς 26/1/1947. Ἔκθεση δράσης Δ.Σ.Ε. Αὐγούστου ἕως Δεκεμβρίου 1946. Ἱστοσελίδα «Θέματα στρατιωτικῆς ἱστορίας».


Κάποιοι χωριανοί, εντάχθηκαν στις ανταρτικές ομάδες της Αριστεράς βγήκαν στο βουνό ενάντια στον κυβερνητικό στρατό, επιδιώκοντας την επιβολή κομμουνιστικού καθεστώτος, και σχημάτισαν τον Δ.Σ.Ε. (Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας). Περί τα 10 άτομα εντάχθηκαν στην Χωροφυλακή ως εθελοντές χωροφύλακες «άνευ θητείας» και την Εθνική Φρουρά προκειμένου ν’ αντιμετωπίσουν την ανταρσία.

Τον Οκτώβριο του 1946 οι ένοπλες δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς οργάνωσαν κι εξόπλισαν χωριανούς (ΜΑΥδες) που εντάχθηκαν στις ΜΑΥ[1] (Μονάδες Αυτοάμυνας Υπαίθρου) για την άμυνα του χωριού κατά των ανταρτικών επιθέσεων. Οι ΜΑΥδες  του χωριού κατά τη διάρκεια του ανταρτοπολέμου ή αλλιώς συμμοριτοπολέμου όπως ήταν η επίσημη ονομασία του ως το 1980, φρουρούσαν τις νύχτες τα περάσματα στην πλαγιά του υψώματος «412». Σε πολλές περιπτώσεις γυναικόπαιδα του χωριού, για ασφάλεια, διανυκτέρευαν στον Λόχο της Εθνοφρουράς που έδρευε στο Φανό, για την αποτροπή ενδεχόμενων απαγωγών και βίαιας στράτευσης από τους αντάρτες.



[1] Ήταν τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο, το 1946, όταν η κυβέρνηση εξόπλισε τους «Μάϋδες», δηλαδή όσους πολίτες των παραμεθόριων περιοχών καλούνταν, ως έφεδροι, να αποτελέσουν μέλη των Μ.Α.Υ. (Μονάδων Ασφάλειας Υπαίθρου) που σε περίπτωση κινδύνου από επιθέσεις ανταρτών θα συνέδραμαν στο έργο των ενόπλων δυνάμεων. Από το 1948 οι Μ.Α.Υ. μετονομάστηκαν σε Τ.Ε.Α. (Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης). Ο όρος «ΜΑΥδες» όμως κυριάρχησε και μετά την μετονομασία. Σύμφωνα με τον Στρατιωτικό Κανονισμό (ΣΚ) 522, αποστολή των Τ.Ε.Α. ήταν: «...η εσωτερική ασφάλεια της Χώρας, ήτοι η μη αναμόλυνσις της Ελλάδος από του Κομμουνιστοσυμμοριτισμού, η αντιμετώπισις εχθρικών αεραγημάτων και η εξασφάλισις της ησυχίας των κατοίκων της υπαίθρου από κακοποιά, εγκληματικά και Αναρχικά στοιχεία εν στενή συνεργασία μετά της Χωροφυλακής τόσον εν ειρήνη όσον και εν πολέμω».

Οι «ΜΑΥδες» διοικούνταν από αξιωματικό του στρατού, διατηρούσαν τον οπλισμό στα σπίτια τους, ήταν υποχρεωμένοι να τον συντηρούν και να μετέχουν σε εξάσκηση σκοποβολής όποτε καλούνταν, κατά τα λοιπά ζούσαν στα χωριά τους κι ασχολούνταν με την γεωργία ή την κτηνοτροφία. Όταν η Μονάδα λάμβανε μέρος σε παρελάσεις ή σε μνημόσυνα πεσόντων, οι «ΜΑΥδες» έφεραν πολιτική περιβολή και τον πολεμικό οπλισμό τους. Την δεκαετία του ’80 τα Τ.Ε.Α. καταργήθηκαν.


Χαρακτηριστική για το πολιτικό κλίμα της εποχής στην περιοχή, είναι η ανταπόκριση των Σπύρου Μελλά και Βασίλη Τσιμπιδάρου για την εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ που δημοσιεύτηκε την 22 Νοεμβρίου 1946 με τίτλο «Εις τον θρυλικόν Φανόν»: 
«Κατά την νυκτερινήν διέλευσίν μας εκ του ορεινού χωρίου Φανός, εγγύς των Γιουγκοσλαυικών συνόρων, επικοινωνήσαμε μετά προυχόντων και του Προέδρου της Κοινότητος Τσακιρίδη. Ως μας επληροφόρησαν, οι αντάρται έχουν καταδικάσει εις θάνατον ογδοήκοντα δύο κατοίκους, οι οποίοι αναγκάζονται οσάκις εξέρχονται του χωρίου δια μακρυνήν διαδρομήν να εξοπλίζονται και να συγκροτούνται εις ισχυράς ομάδας. Κατά την διαδρομήν μας, διατελούντες υπό την προστασίαν ευαρίθμων στρατιωτών, φερόντων οπλοπολυβόλα, ηναγκάσθημεν να αλλάξωμεν οδόν, λόγω ναρκών τοποθετημένων κατά μήκος της διαδρομής, δύο εκ των οποίων εξεράγησαν κατά την τελευταίαν επιχείρησιν και ανετίναξαν άμαξαν χωρικού, φονευθέντος 

του οδηγού και των ίππων. Σήμερον την πρωίαν συνεργείον ναρκοσυλλεκτών ανεύρεν υπολοιπομένας νάρκας και προέβη εις την αχρήστευσίν των. Χαρακτηριστικόν των συνθηκών της συγκοινωνίας είναι ότι κατά την άνοδον προς Φανόν ηναγκάσθημεν, εκτός της ανωτέρω αλλαγής της οδού, να λάβωμεν διατάξεις ασφαλείας. Κατά την κάθοδον παρετηρήθη κίνησις εις τα υψώματα της ορεινής διαβάσεως εκατέρωθεν της οποίας υπάρχουν τα δύο χωρία Πηγή και Πύλη. Ιδίως το πρώτον είναι μόνιμον κρησφύγετον ανταρτών. Πρόκειται περί της περιοχής εις την οποίαν δρα ο καπετάν Τσικβασίλης, γνωστόν κάθαρμα, εξ Ειδομένης. Ούτος είναι ραιβόπους και απαισίας μορφήςμ μέχρι σήμερον δε τα θύματά του υπερβαίνουν τα εκατόν. Ευτυχώς εκ της αντιθέτου κατευθύνσεως κατήρχετο και ευρίσκετο εις απόστασιν δύο χιλιομέτρων ισχυρόν ελληνικόν τμήμα, προερχόμενον εξ Αρχαγγέλου, του οποίου η εμφάνισις και μόνον ήρκεσε να καταστήσει την διάβασην λίαν άνετον. Οι αξιωματικοί και άνδρες του στρατού μας, κατεχόμενοι υπό υψηλού φρονήματος, ευθύς ως μας ανεγνώρισαν, εδήλωσαν: «Δεν ζώμεν παρά με την ελπίδα να εκδικηθούμεν τον δολοφονικόν σφαγιασμόν των συναδέλφων μας του Σκρά και της Νωτίας.» 

Επώδυνα για τους κατοίκους της περιοχής ήταν και τα τελευταία χρόνια του μεγάλου διχασμού. Στις αρχές Ιανουαρίου 1947 οι αντάρτες ανατίναξαν τη γέφυρα του Κοτζά Ντερέ και οι κάτοικοι των παραμεθόριων περιοχών για να φτάσουν στην Αξιούπολη περνούσαν μέσα από το ρέμα.[1] Τον Ιανουάριο του 1948 οι Αρχές διαλευκάνουν την υπόθεση των 7 δολοφονιών που έγιναν από τους αντάρτες στα Πλάγια αλλά και στο Φανό και καταδικάζει τους ενόχους σε θανατικές ποινές.[2] Στις 2 Οκτωβρίου 1948 όχημα του Στρατού προσέκρουσε σε νάρκη ανταρτών στην διαδρομή Φανός – Σκρά με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 7 οπλίτες Μ.Α.Υ. από τα χωριά Πλάγια, Ειδομένη και Χαμηλό.[3] Στο διάστημα αυτό, δύο κάτοικοι του χωριού μας, σε διαφορετικές τοποθεσίες, πηγαίνοντας ανύποπτοι στις αγροτικές εργασίες τους τραυματίστηκαν σε νάρκες που είχαν τοποθετηθεί στο δρόμο και σακατεύτηκαν για όλη τους τη ζωή.



[1] Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ της 16 Ιανουαρίου 1947.

[2] Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ της 21 Ιανουαρίου 1948 δημοσίευμα σχετικό με την καταδίκη

    σε θάνατο του Γ. Σκρέκα από το Σκρά ως υπεύθυνου των δολοφονιών των: Θωμά

    Κακάκη, Π. Κορφύτη, Κ. Ευγενίδη, ιερέα Θ. Ευγενίδη, Α. Μπιρμπουτζόγλου, Άγγ.

    Αγόρατζη, Αν. Σταυροπούλου, Διαμαντένιας Τετελέρη.

[3]  Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ 9 Οκτωβρίου 1948



Ο θλιβερός απολογισμός της περιόδου 1940 - 1950 ήταν για το χωριό:

Τρεις Πλαγιώτες φονεύθηκαν στον ελληνοιταλικό πόλεμο 1940- 1941.

Ένας Πλαγιώτης δολοφονήθηκε στον μύλο στην περιοχή Χαμηλού, από τον βουλγαρικό στρατό στις 17 Ιανουαρίου 1944.

Δύο Πλαγιώτες δολοφονήθηκαν από αντάρτες το καλοκαίρι του 1944.

Τέσσερις Πλαγιώτες σκοτώθηκαν στο Κιλκίς πολεμώντας στο πλευρό των ένοπλων αντικομουνιστών σε μάχη κατά των ανταρτών της Αριστεράς το Νοέμβριο του 1944.

Τέσσερις Πλαγιώτες σκοτώθηκαν πολεμώντας στο πλευρό των ανταρτικών ομάδων του Ε.Λ.Α.Σ. στη διάρκεια της Κατοχής και του «Δημοκρατικού Στρατού» της Αριστεράς στον μεγάλο διχασμό, ο ένας από αυτούς εκτελέστηκε στα Γιαννιτσά μετά από απόφαση έκτακτου στρατοδικείου στις 26 Ιουλίου 1946.

Τέσσερις Πλαγιώτες (μεταξύ αυτών και τον γραμματέα της κοινότητας) τους απήγαγαν οι αντάρτες της Αριστεράς από το χωριό, κατά το διάστημα 1946 – 1949, και τους δολοφόνησαν στην περιοχή «κόκκινη χαράδρα» που βρίσκεται στην ορεινή διαδρομή από τα Πλάγια προς το Σκρά.

Δύο Πλαγιώτες (τον πρόεδρο και τον αγροφύλακα του χωριού) τους δολοφόνησαν αντάρτες σε ενέδρα, στο δρόμο για την Αξιούπολη στις 29 Ιουλίου 1946.

Δύο Πλαγιώτες δολοφονήθηκαν στην Αξιούπολη από επίθεση αντικομουνιστικών ομάδων.

Ένας Πλαγιώτης οπλίτης Μ.Α.Υ. φονεύθηκε από έκρηξη νάρκης που τοποθέτησαν αντάρτες στον δρόμο Φανού Σκρά στις 2 Οκτωβρίου 1948.



Από το 1949 σταμάτησαν οι εχθροπραξίες κι η χώρα κατεστραμμένη εντάχθηκε στο Δυτικό μπλοκ. Κάποιοι Πλαγιώτες, από όσους συμμετείχαν στις ανταρτικές δυνάμεις της Αριστεράς, υποχωρώντας βρέθηκαν ως πρόσφυγες  στις  χώρες του Ανατολικού μπλοκ όπου παρέμειναν εκεί για ασφάλεια μέχρι τη δεκαετία του ’80 που ολοκληρώθηκε ο επαναπατρισμός όσων από εκείνους επιθυμούσαν. Άλλοι πάλι, λόγω εμπλοκής τους στα έκτροπα του εμφυλίου πολέμου ως αντάρτες, λίγο μετά την ήττα των ανταρτών συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν για κάποιο χρονικό διάστημα στην εξορία σε άγονα νησιά που είχαν διαμορφωθεί από το 1928 και το 1947 για εκτοπισμό, και ξαναεπέστρεψαν στο χωριό μετά από ένα διάστημα εξορίας.      




[1] Ιστορία ελληνικής χωροφυλακής 1936 – 1950 του Απόστολου Δασκαλάκη – Αθήνα 1973.
[2] «Το 30ο Σύνταγμα του Ε.Λ.Α.Σ.» Θανάσης Μητσόπουλος, εκδ. EDITEX,  1971,  Γενεύη.
[3] Διδακτορική διατριβή του Στράτου Δορδανά «Αντίποινα των γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία 1941-1944. ΑΠΘ 2002.
[4] «Το 30ο Σύνταγμα του Ε.Λ.Α.Σ.» Θανάσης Μητσόπουλος, εκδ. EDITEX,  1971, Γενεύη.
[5] «Το 30ο Σύνταγμα του Ε.Λ.Α.Σ.» Θανάσης Μητσόπουλος, εκδ. EDITEX,  1971, Γενεύη. 
[6]«Το 30ο Σύνταγμα του Ε.Λ.Α.Σ.» Θανάσης Μητσόπουλος, εκδ. EDITEX,  1971, Γενεύη. 
[7] «Το 30ο Σύνταγμα του Ε.Λ.Α.Σ.» Θανάσης Μητσόπουλος, εκδ. EDITEX,  1971, Γενεύη.
[8] «Το 30ο Σύνταγμα του Ε.Λ.Α.Σ.» Θανάσης Μητσόπουλος, εκδ. EDITEX,  1971, Γενεύη.
[9] Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ της 21 Ιανουαρίου 1948 δημοσίευμα σχετικό με την καταδίκη σε θάνατο του Γ. Σκρέκα από το Σκρά ως υπεύθυνου των δολοφονιών των: Θωμά Κακάκη, Π. Κορφύτη, Κ. Ευγενίδη, ιερέα Θ. Ευγενίδη, Α. Μπιρμπουτζόγλου, Άγγ. Αγόρατζη, Αν. Σταυροπούλου, Διαμαντένιας Τετελέρη.
[10]  Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ 9 Οκτωβρίου 1948


Χωριανοί στις Μονάδες Ασφάλειας Υπαίθρου (ΜΑΥ) σε άσκηση, μεταπολεμικά. Από τα αρχείο της κ. Αναστασίας Γκέρλοβα.



Συγχωριανοί χωροφύλακες στα Πλάγια την περίοδο του διχασμού (1946-1949) 
Από το αρχείο της κ. Αναστασίας Γκέρλοβα